Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

ΣΟΥΡΓΕΛΟ ΓΙΝΕΤΑΙ Ο ΑΦΡΩΝ ΝΕΑΝΙΑΣ ΤΣΙΠΡΑΣ ΚΙ Η ΚΑΥΣΑΠΛΙΑΔΙΚΗ ΠΑΡΈΑ ΤΟΥ

ΤΑ ΛΕΕΙ ΧΥΜΑ Ο ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΉ ΣΥΜΜΟΡΊΑ ΤΣΙΠΡΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ...

ΟΛΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Αρχιεπισκοπου Αθηνων κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ
Η εκκλησία μας είναι-καλώς-κακώς- τροφός του έθνους.Μας αρέσει ή όχι...Εξ΄άλλου μέσα στα χρόνια με την ακατάσχετη αριστερή-εμαιτική-φασιστική προπαγάνδα που ασκείται επί χρόνια...Αν κι απόλυτα ΞΟΦΛΗΜΕΝΗ ιστορικά έχουμε χάσει τα πασχάλια μας!
Ο σημερινός ήρεμος-συναιτός Αρχιεπισκοπος Αθηνών κ.ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ θύμωσε και τα λέει χύμα ... Μπράβο του... Προβλέπεται να κάνει Οθωμανικού Δικαίου κλίσμα στην αριστερή μαλακισμένη αλιτεία που μας καβάλησε!
Διαβάστε προσεκτικά την επιστολή του- 86 σελίδες βιβλίο- Κι αν σας έχει μείνει λίγο νιονιό, απλά συλλογιστείτε...Τίποτε λιγότερο ή περισσότερο... Είναι θέμα νιονιού σας, παιδείας κ.λ.π. Ξεχάστετο ή ΣΟΒΑΡΕΥΘΕΙΤΕ ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ! Αλλά πως;Μια ολάκερη ζωή είσασταν Ρέμπελοι κι αδιάβαστοι!ΚΑΙ ΔΕΝ ΛΑΘΕΥΟΥΜΕ!

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ Εἰσήγησις εἰς τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (4-10-2016) Ακολουθεί το ιστορικο του (ΚΕΙΜΕΝΟ)...Διαβάστε το προσεκιτκά:
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ -ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ! Ιδου.Διαβάστε την!

«Ἡ Πολιτεία γεννιέται ἀπό τούς πολίτες της, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ τά μέλη της» «Τά πνευματικά ὅπλα δέν εἶναι εὔκολο νά συγκριθοῦν μέ τά κοσμικά καί ἅπαξ ξεφύγουν ἀπό τά χέρια τῆς ἐξουσίας, εἶναι δύσκολο νά τά ξανακερδίσουν» (T. Wyse, πρός κόμη Malmesbury, Ἀθήνα 7 Ἰουνίου 1852) 1 Περιεχόμενα 1. Πρόλογος 2. Ἐκκλησιαστικοί Προβληματισμοί. Χθές, Σήμερα, Αὔριο. 3. Ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας. 4. Συνεργασία Ἐκκλησίας-Πολιτείας. 5. Ἡ Δ΄ Ἐθνοσυνέλευσις τῶν Ἑλλήνων στό Ἄργος. 6. Τό Νέο Πνεῦμα. 7. Τό Νέο Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο (ΦΕΚ 270/Α΄/19-9-1909) καί ἡ ἵδρυση τοῦ ΟΔΕΠ (ΦΕΚ 150/Α΄/10-5-1930). Οἱ Μεγάλες ἀπολλοτριώσεις. 8. Σύμβασις Ἐκκλησίας-Πολιτείας (1952). 9. Σήμερα. 10. Χωρισμός Ἐκκλησίας-Πολιτείας. 11. Διακριτοί Ρόλοι. 12. Νομοθετικές λύσεις σέ ἐκκλησιαστικά θέματα (Φεβρουάριος 2008 – Σεπτέμβριος 2016). 13.Στελέχωση τῆς Ἐκκλησίας. 14. Ἐκκλησιαστική Περιουσία καί ἀξιοποίηση αὐτῆς. 15. Τά οἰκονομικά μας. 16. Τί συμβαίνει στή Γερμανία. 17. Προτάσεις μου. 2 1. Πρόλογος Σεβασμιώτατοι, ἅγιοι Ἀδελφοί Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας συνερχομένη εἰς τὸ μέσον μιᾶς ταραχώδους καὶ κρίσιμης ἐποχῆς γιὰ τὸν τόπο, τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἀνθρωπότητα γενικώτερα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαρέλθει καὶ νὰ μὴν λάβει ὑπ’ ὄψιν της μικρὰ καὶ μεγάλα θέματα τοῦ καθημερινοῦ δημόσιου λόγου καὶ ἰδιαίτερα τὰ «μυθεύματα» καὶ τὶς ἀνώριμες σκέψεις ἤ ἄν θέλετε τὶς ἰδεοληψίες καὶ τὰ παράγωγά τους εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ θέλουν νὰ μᾶς γυρίσουν εἰκοσαετίες πίσω. Τὴν ἴδια ὥρα ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Χώρας μας κάνει λόγο γιὰ συνταγματικὲς μεταρρυθμίσεις καί ἀλλαγές, στὸ Κοινοβούλιο γίνονται ἀτέρμονες μονομαχίες γιὰ οὐσιαστικὰ τῆς ζωῆς θέματα, στὸν ἡμερήσιο Τύπο καὶ τὰ Μ.Μ.Ε. ὑπεύθυνοι ἤ ἀνεύθυνοι μᾶς βομβαρδίζουν μέ δημοσιεύματα καὶ ξύλινους λόγους στηριγμένοι σὲ μυθεύματα καὶ μυθοπλασίες ποὺ τοὺς ἀνέθρεψαν κατὰ τὸ παρελθόν, πιστεύω, ὅτι καὶ τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει χρέος νὰ ἐκφράσει τὶς θέσεις της σὲ θέματα οὐσίας, νὰ ἐκζητήσει αὐτὰ ποὺ τῆς ἀνήκουν καὶ τῆς πρέπουν, ὄχι σήμερα ἀλλὰ ἀπὸ αἰῶνες. Σὲ ἕνα καινούργιο κύκλο μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἤδη ἔχει ἀνοίξει μπροστά μας τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε, πῶς θὰ ἐργασθοῦμε, ποιὰ εἶναι τὰ μέσα καὶ τὰ μέτρα ποὺ θὰ ἐφοδιάσουν τὴν ψυχή μας, τὸν νοῦ μας, τὰ χέρια μας, τὴν διακονία μας γιὰ μία διακονία τοῦ λαοῦ μας κάθετη καὶ ὁριζόντια. Δηλαδὴ τοῦ δρόμου τοῦ Οὐρανοῦ καὶ ἐκείνου τῆς ἀνθρώπινης καὶ πονεμένης κοινωνίας. Καὶ τοῦτο μὲ τὴν συναίσθηση, ὅτι δὲν εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία τῶν ἀλαθήτων ἤ τῶν τελείων. Εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία τῶν 3 μετανοούντων. Καὶ φανέρωση τῆς πραγματικῆς μετάνοιας δὲν εἶναι νὰ ἀναμηρυκάζει κανεὶς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ μεμψιμοιρεῖ, ἀλλὰ νὰ κοιτᾶ μπροστὰ κατὰ τὸ: «ὄπισθεν ἐπιλανθανόμενοι, ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενοι» 1 . Ὅλοι οἱ προβληματισμοὶ ποὺ μὲ καλὴ προαίρεση καὶ πραγματικὴ ἀγωνία τέθηκαν μπροστά μας, δὲν ἀναιροῦν τὴν δική μας ὑποχρέωση γιὰ αὐτοκριτική, γιὰ ἀναστοχασμὸ καὶ γιὰ ἐπαναπροσδιορισμὸ τῶν κινήσεων μας. Ὅλα αὐτὰ μὲ παρεκίνησαν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Δ.Ι.Σ. τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ εἶμαι Εἰσηγητὴς στὴν παροῦσα σύναξη τῆς Ἱεραρχίας μας. Εὐχαριστῶ τοὺς ἀδελφούς πού τό δέχθηκαν. Τὸ θέμα ποὺ θὰ ἀναπτύξω εἶναι: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ» 4 2. Ἐκκλησιαστικοί Προβληματισμοί. Χθές, Σήμερα, Αὔριο Οἱ προβληματισμοί μας, τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὰ προβλήματα τῶν συναθρώπων μας, οἱ παρεμβάσεις, οἱ διαμαρτυρίες, τὰ παράπονα, ἀκόμη καὶ οἱ ἀπαντήσεις μας πολλὲς φορὲς δὲν γίνονται κατανοητὰ ἤ παρεξηγοῦνται ἀπὸ διάφορους φορεῖς τῆς δημόσιας ζωῆς, ἀκόμη καὶ ἀπὸ θεσμικοὺς παράγοντες τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἐνίοτε οἴκοθεν, ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, διότι εἴτε λόγω παρανοήσεων εἴτε καὶ λόγω δικῶν μας ἐκτροπῶν τοῦ παρελθόντος ἤ τοῦ παρόντος, λησμονεῖται ὅτι ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν εἶναι λόγος ἑνὸς ἰδεολογικοῦ φορέα, δὲν εἶναι ἕνας ἄσαρκος φιλοσοφικὸς στοχασμός, δὲν εἶναι ἕνα κομματικὸ μανιφέστο, δὲν εἶναι λόγος διχαστικὸς καὶ ἐριστικός, ἀλλὰ Λόγος Χριστοῦ, λόγος θεολογικός καὶ βαθύτατα ἐκκλησιαστικός, καὶ ὡς ἐκ τούτου μία ζωντανὴ καὶ ἐναργὴς ὑπεριστορικὴ μαρτυρία ἐντὸς τῆς ἱστορίας. Γι’ αὐτὸ πρὶν ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο κρίνω ἀπαραίτητο νὰ θέσω τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο πάνω στὸ ὁποῖο ἑδράζονται καὶ μποροῦν νὰ γίνουν κατανοητοὶ ὅλοι οἱ περαιτέρω εἰδικότεροι προβληματισμοί, ποὺ θὰ σᾶς ἐκθέσω. 5 3. Ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας Γιὰ νὰ προχωρήσει κανεὶς στὴν διατύπωση καίριων πρακτικῶν ἐκκλησιαστικῶν προβληματισμῶν ὀφείλει νὰ τολμήσει νὰ θέσει τὸ πρωταρχικὸ ἐρώτημα «τὶ εἶναι Ἐκκλησία» καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ποιὰ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία καὶ πέρα ἀπὸ αὐτήν. Διότι ἡ Ἐκκλησία πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ δὲν ὁρίζεται, ἀλλὰ βιώνεται. Βιώνεται μέσα ἀπὸ τὸν διάλογο, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μας ἀνοίγει μὲ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς προκειμένου νὰ ἀπαντήσει στὰ μεγάλα ὑπαρξιακά του προβλήματα καὶ ἐρωτήματα. Ἔρχεται ὁ Χριστὸς μέσα στὴν καρδιὰ τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας καὶ ἀναζήτησης καὶ προκαλεῖ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία δίνοντας τοὺς ὅρους καὶ τὰ ὅρια, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσει τὴν ὄντως ζωή: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται»2 . Ὅλο τὸ νόημα τῆς ζωῆς, ἄρα καὶ ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας, βρίσκεται σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ζωῆς. Στὴν ἀγαπητικὴ κοινωνικότητα καὶ κινητικότητα τόσο στὴν κάθετη ὅσο καὶ στὴν ὀριζόντια διάστασή της. Ἕνας κόσμος ποὺ μπορεῖ νὰ στρέψει τὴν ἐλευθερία του στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλον ἀνθρωπο εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δηλαδὴ εἶναι ὁ κόσμος ὅπως τὸν θέλει ὁ Θεός ἕως τὴν ἐσχατολογικὴ ἀκεραίωσή του.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν 6 εἶναι ἡ Βασιλεία ἀλλὰ εἰκόνα Της. Παραπέμπει σὲ αὐτὴ προληπτικά, προσκαλεῖ στὴν ἐνθαδικὴ μετοχή της ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Τὰ συστατικὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς κοινότητας τῶν ἐσχάτων διαφοροποιοῦν οὐσιωδῶς τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο θεσμὸ τοῦ κόσμου τούτου, γι᾽ αὐτὸ καὶ πολλὲς φορὲς εἶναι δύσκολο νὰ μᾶς καταλάβουν καὶ νὰ μᾶς κατανοήσουν, καὶ συγχρόνως πολὺ εὔκολο νὰ μᾶς παρεξηγήσουν, νὰ μᾶς δοῦν μὲ ἐπιφυλακτικότητα, νὰ μᾶς ἀντιμετωπίσουν μὲ καχυποψία. Ἀσφαλῶς ἐμεῖς δὲν παρεξηγοῦμε αὐτοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς καταλάβουν καὶ νὰ μᾶς ἀποδεχθοῦν. Δὲν εἶναι εὔκολο κανεὶς νὰ κατανοήσει ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἕνας θεσμὸς ποὺ ἐνῶ τόσο πολὺ μπορεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ὁμοιάζει ἐξωτερικὰ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους θεσμούς – νὰ ἔχει συγκεκριμένη θέση στὸ πολιτειακὸ status, νὰ ἔχει (αὐτο)διοίκηση, ἐσωτερικὸ δίκαιο καὶ κανονιστικὴ νομοθεσία, δομὴ καὶ ὀργάνωση, οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια καὶ τεχνογνωσία, κατηρτισμένο προσωπικὸ καὶ ἐξειδικευμένα στελέχη – καὶ συγχρόνως μπορεῖ καὶ ὀφείλει νὰ διαφέρει τόσο πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους θεσμούς, διότι ἀσκεῖ μία καὶ μοναδικὴ ἐξουσία: τὴν ἐξουσία νὰ ἀγαπᾶ. Νὰ ἀγαπᾶ ὁλοκληρωτικὰ τὸν Θεὸ καὶ ἀπροϋπόθετα τὸν ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς τέτοια οὔτε μάχεται οὔτε λησμονεῖ τοὺς ὑλικοὺς καὶ ἱστορικοὺς ὅρους τῆς ἱστορίας. Ἡ Ἐκκλησία προσλαμβάνει, θεραπεύει καὶ ἀναφέρει στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ τὸν κόσμο, τὶς συστατικὲς προϋποθέσεις καὶ τὴ λειτουργία τους. Αὐτὴ ἡ ἀγαπητικὴ πρόσληψη τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν χωράει διακρίσεις οὔτε ὑπόκειται σὲ κανενὸς εἴδους περιορισμό. 7 Δὲν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε ὅτι ὁ Κύριος μας στὸν διάλογό του μὲ τὸν ἀνήσυχο ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητάει τὴν αἰώνια, τὴν ἀληθινὴ δηλαδὴ ζωή, ἐξειδικεύει καὶ ἑρμηνεύει τὸ νόημα τῆς πραγματικῆς ἀγάπης μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ σαμαρείτη3 καὶ ἀπαντᾶ τόσο τολμηρὰ καὶ ρηξικέλευθα στὴν πάντοτε ἐπίκαιρη ἐρώτηση: «τίς ἐστί μου πλησίον». «Πλησίον» δὲν εἶναι ὁ ὁμοεθνής, δὲν εἶναι ὁ ὁμόθρησκος, δὲν εἶναι ὁ ὁμόγλωσσος, δὲν εἶναι ὁ ὁμοιδεάτης, δὲν εἶναι ὁ συστρατευμένος σὲ μία κοινὴ πεποίθηση ἢ ἰδεολογία. «Πλησίον» εἶναι «ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος». Ὅρος καὶ προϋπόθεση τῆς ἀληθινῆς ζωῆς εἶναι ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἀγάπη ἡ θυσιαστική, αὐτὴ ἡ ἀγάπη ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἐγωιστικὴ ἀγκίστρωση, κάθε προκατάληψη, κάθε ἐμπόδιο. Ὁ ἀλλοεθνὴς σαμαρείτης γίνεται τύπος καὶ τόπος τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ φανερώσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ «πανδοχεῖον» τῆς ἀγάπης, ἀφοὺ δέχεται τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, προσλαμβάνει καὶ θεραπεύει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα: «τὸ γάρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον, ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καί σώζεται» 4 κατὰ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεόλογο. Συνεπῶς ἡ προοπτικὴ αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀφορᾶ ἀνεξαιρέτως στὸν κάθε τραυματισμένο ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, τὸν ὁποῖο σπλαχνίζεται καὶ δένει τὰ τραύματά του «ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον». Ἡ Ἐκκλησία οὔτε συσχηματίζεται μὲ τὴν ἱστορία καθιστάμενη ἄθυρμά της, οὔτε δραπετεύει ἀπὸ αὐτήν· τὴν προσλαμβάνει, «ἐπιβιβάσας αὐτὴν εἰς τὸ ἴδιον κτῆνος», καὶ τὴ μεταμορφώνει. Μεταμόρφωση σημαίνει τὴν ἀνακαινιστικὴ διάρρηξη τοῦ παρόντος ἀπὸ τὸ μέλλον. Γιατὶ ἡ Ἐκκλησία λαμβάνει ταυτότητα ἀπὸ τὰ ἔσχατα. 8 Αὐτὴ ἡ ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα ξεκαθαρίζει μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια καὶ κατηγορηματικότητα ὅτι αἰώνια ζωὴ ὑπάρχει μόνο στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με»5 . Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωὴ στὸν βαθμὸ ποὺ βιώνει μέσα στὴν τραγικότητα τῆς ἱστορίας αὐτὴν τὴν ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα. Ὅταν δηλαδὴ ὑπάρχει γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι ὅταν ὐπάρχει ὁ ἄνθρωπος γι᾽ αὐτήν. Ὅταν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἀναγκεμένο καὶ πονεμένο ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Καὶ ὅταν τὸν διακονεῖ ἀγαπητικά, γιατὶ στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἐλαχίστου ἀδελφοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»6 . Ὡς πυρηνικὸ στοιχεῖο κατανόησης τὸ παραπάνω, προσανατολίζει τὴν Ἐκκλησία στὸ ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον τῆς παρούσης ἐποχῆς. Ἐκκοσμίκευση, φονταμενταλισμοί, ἐθνικισμοί, οἰκολογικὴ κρίση, φτώχεια, πόλεμοι, προσφυγιά, ἄσκηση κάθε μορφῆς βίας, οἰκονομικοὶ ἀνταγωνισμοί, σύγκρουση συμφερόντων, μηδενιστικὴ σχετικοκρατία, δικαιωματοκεντρισμὸς εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ σπαρασσόμενου κόσμου μας. Θυμίζει ἡ ἐποχή μας καὶ ὁ κόσμος μας αὐτὸν τὸν φιλόδοξο νέο, ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς πραγματικῆς ζωῆς, αὐτονομήθηκε ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια καὶ σιγουριὰ τῆς παραδόσεώς του, καὶ «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως»7 . Ἡ Ἐκκλησία παραμένει αὐτὴ ἡ ἀνοιχτὴ εὐσπλαχνικὴ ἀγκαλιά, ποὺ προσμένει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔλθει «εἰς ἑαυτόν», 9 νὰ βρεῖ τὴν δύναμη νὰ πεῖ «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου»8 , νὰ μετανοήσει δηλαδή, νὰ ἀλλάξει νοῦ, τρόπο σκέψης, νοοτροπίας καὶ ζωῆς, καὶ ἀπὸ αὐτοκαταστροφικὴ θεότητα νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ κατὰ χάριν Θεό. Ἡ Ἐκκλησία στὸν σύγχρονο κόσμο τῆς διαρκοῦς ρευστότητας διαθέτει τὸ ἀκίνητο - ἀμετάβλητο (δόγμα) στοιχεῖο τῆς Ἀποκάλυψης καὶ τὸ κινητό - μεταβαλλόμενο (ποιμαντικὴ πράξη) στοιχεῖο της προκειμένου νὰ φανερώνει τὸ εἶναι Της. Δὲν ἀποτελεῖ ὑποχρέωση «προοδευτικότητας» ἡ συνεχὴς ποιμαντικὴ μέριμνα προσαρμογῆς στὰ σύγχρονα δεδομένα ἀλλὰ ὅρο ἐπαλήθευσης τῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση καὶ ἡ ἀπολίθωση εἶναι δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου νομίσματος, ποὺ φανερώνουν ἀπουσία τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς: ἁγιοπνευματικὴ ἑνότητα ἐν ἑτερότητι. Τὸ ζητούμενο αὐτὸ τῆς ἑνότητας τὸ διαζωγραφίζουν τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου ὡς ἑξῆς: «ὁ Χριστὸς προσεύχεται στὸν Πατέρα Του λέγοντας "ἵνα ὦσιν ἕν." Τὸ λέει καὶ τὸ ξαναλέει κι οἱ ἀπόστολοι παντοῦ τὸ τονίζουν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο βάθος, ἡ μεγαλύτερη ἔννοια ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ μυστήριο· νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι σὰν ἕνας ἄνθρωπος ἐν Θεῷ. […]
Εἴμαστε ἕνα ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν εἶναι κοντὰ στὴν Ἐκκλησία»9 . Μέσα ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κινεῖται καὶ πορεῦεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου γῆς, ἐδῶ καὶ εἴκοσι καὶ πλέον αἰῶνες. Ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅποιο καὶ ἐὰν εἶναι τὸ πολιτιστικὸ περιβάλλον κάθε ἐποχῆς, ὅποιες καὶ νὰ εἶναι οἰκονομικὲς περιστάσεις, ὅπως καὶ ἂν διαμορφώνονται κατὰ περίοδο οἱ ἱστορικοὶ καὶ γεωπολιτικοὶ συσχετισμοί, ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ ἀταλάντευτα τὴν πορεία τῆς 10 μέσα στὸν κόσμο πάνω ἀκριβῶς στὸ σταθερὸ θεμέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἀδιάψευστη ἐμπειρία τῆς ἱστορίας ὅλης τῆς οἰκουμένης ἔχει ἀποδείξει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πορεύεται «ἐν τῷ κόσμῳ», ἀλλὰ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» 10. Διότι εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι», ἀλλὰ «διακονῆσαι».11 Ἡ ὑπερδισχιλιετὴς παρουσία τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν οἰκουμένη δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ μία διακονία ἀγάπης ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Αὐτὴ ἡ διακονία τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ θυσιαστικῆς προσφορᾶς, μὲ ὅλες τὶς ἐπιμέρους μορφὲς καὶ ἐκφράσεις της, δημιούργησε καὶ τὴν λεγόμενη ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, τὸ ἀπαραίτητο ὑλικὸ μέσο γιὰ τὴν εὐόδωση τῶν σκοπῶν τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς ἡ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἕνας ἄγευστος συναισθηματισμός, μία ἀνούσια ἀγαπολογία, ἀλλὰ ἀγάπη σαρκωμένη, ἀγάπη ποὺ σαρκώνεται στὰ προβλήματα καὶ στὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων κάθε ἐποχῆς.

Σὲ πολὺ λίγα χρόνια συμπληρώνονται διακόσια χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης καὶ τὴν μὲ πολλοὺς ἀγῶνες δημιουργία τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ πολλὴ φρόνηση καὶ σύνεση συγκρότησε εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἀπηρτισμένη ἀπὸ ἀξιόλογα στελέχη της, Κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ἐπιλογή τους ἦταν μὲ σύμφωνη γνώμη τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ πραγματοποιεῖται κατ᾽ ἔτος σχετικὸ μὲ τὸ θέμα συνέδριο, νὰ ἐκδίδεται κατ᾽ ἔτος σχετικὸς τόμος μὲ τὶς ἀνακοινώσεις τῶν συνεδρίων, μὲ στόχο τὸ ἔτος 2021 νὰ ἔχουν ἐκδοθεῖ δέκα τόμοι ποὺ θὰ ἀναφέρονται στὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς καὶ σὲ ὅ,τι συνδέεται μὲ αὐτό. 11 Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση καὶ ἡ πορεία αὐτῶν τῶν διακοσίων περίπου ἐτῶν μέχρι σήμερα ἀποτελεῖ μὶα πολύτιμη ἐμπειρία, ποὺ φανερώνει τὸ πῶς ἡ ἀγάπη της Ἐκκλησίας σαρκώνεται μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς οἱ πειρασμοὶ τῆς ἱστορίας στέκονται ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν προσφορά της, τότε ἀλλὰ καὶ κυρίως σήμερα...

Ἡ ἐλευθερία αὐτοῦ τοῦ ἔθνους ποτίστηκε ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὴν ψυχὴ τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε καὶ τοὺς ὑπόδουλους Ἕλληνες. «Ἑβδομῆντα τρεῖς Ἀρχιερεῖς ἔλαβαν ἐνεργὸ μέρος στὸν Ἀγῶνα, σαράντα δύο ἀρχιερεῖς ὑπέστησαν ταπεινώσεις, ἐξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε εἴδους, βασανιστήρια, ἐξορίες κλπ. 
Δύο Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχες (Γρηγόριος ὁ Ε´καὶ Κύριλλος ὁ ΣΤ´) καὶ σαράντα πέντε Ἀρχιερεῖς (Μητροπολίτες) ἐκτελέσθηκαν ἢ ἔπεσαν σὲ μάχες. Κατὰ τὸν Γάλλο Πρόξενο Πουκεβὶλ οἱ κληρικοί θύματα τοῦ Ἀγῶνα ἀνέρχονται συνολικὰ σὲ ἕξι χιλιάδες».
Κατὰ τὸν τοῦρκο Μώραλη Μελὶκ Μπέη «τὸν λαὸν (τῆς Πελοποννήσου) ὑπεκίνησαν οἱ ἔχοντες συμφέροντα καὶ σχέσεις μετὰ τούτων οἱ ἔμποροι, οἱ πρόκριτοι, καὶ κυρίως οἱ Μητρπολῖται καὶ γενικῶς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν κλῆρον, δηλαδὴ οἱ πραγματικοὶ ἡγέται τοῦ Ἔθνους». Ὁ δὲ Ζανὶ Ζαντὲ σημειώνει «τὰ σχέδια ἐτηροῦντο μυστικὰ μεταξὺ τοῦ Πατριάρχου, τῶν Μητροπολιτῶν, τῶν Παπάδων, τῶν Δημογερόντων» 12 .

Δὲν θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ λησμονεῖται ὅτι τὸ νέο ἑλληνικὸ κράτος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ὑπόσταση καὶ νὰ κάνει ὄχι μόνο τὰ πρῶτα, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ 12 καὶ τὰ ἑπόμενα βήματά του, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ τεράστια προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς περιουσίας της. Αὐτὸ τουλάχιστον βεβαιώνουν καὶ ἀποδεικνύουν ἱστορικὰ κείμενα, γεγονότα καὶ πηγές. 13 4. Συνεργασία Ἐκκλησίας – Πολιτείας Μέ τήν ὑποταγή τῆς Βυζαντινῆς στήν Ὀθωμανική αὐτοκρατορία ἡ τύχη τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων ἀφέθη στά χέρια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὑπευθύνου πλέον γιά τήν διοίκηση, τήν καθοδήγηση καί τήν φροντίδα τῶν προβλημάτων του. Οἱ κοινότητες τῶν ὑποδούλων πού ἄρχισαν ἀργότερα σιγά- σιγά νά δημιουργοῦνται, σχημάτισαν τήν φύτρα δημιουργίας φορέων συνεργασίας καί συναλληλίας γιά τήν ἀνάπτυξή τους. Μέσα ἀπό αὐτές τίς δομές θά καλλιεργηθεῖ ὁ ἔρωτας γιά τήν ἐλευθερία, ἡ σιωπηλά ἀναδυόμενη προεπαναστατική περίοδος, τό ξέσπασμα τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ἀπόκτησις τῆς Ἐλευθερίας. Κυρίαρχο σύνθημα τοῦ ἀγῶνος ἦταν τό «Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία». Ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ. Ἦταν ἀπό τούς πολύ λίγους ἐπισκόπους πού σώθηκε ἀπό τίς τουρκικές φυλακές τῆς Τριπολιτσᾶς ἀλλά καί ὁ θεμελιωτής τῆς ἰδέας τῆς ἁγνῆς συνεργασίας (συναλληλίας) Πολιτείας καί Ἐκκλησίας γιά τό καλό καί τήν πρόοδο τοῦ γένους. Ὡς μινίστρος (Ὑπουργός) τῆς Θρησκείας γράφει στίς 15 Μαρτίου 1828: «Πρός τόν ἐκλαμπρότατον τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ». « . . . Ἐπειδή τό ἔθνος εἰ μέν ἔχει τώρα παρά ποτέ τήν μεγίστην ἀνάγκην καί δεῖται χρημάτων ὅσων εἰς ἀπάντησιν τῶν δεινῶν καί δέν ὑπάρχουν ἄλλοθεν δανεισταί, κρίνω συμφέρον καί ἀναγκαῖον καί ὅσιον τό νά ἐξαργυρωθῶσιν ἐκ τῶν ἱερῶν σκευῶν μερικά, διά τά ὁποῖα νά δώση τό Γένος εἰς τούς πατέρας ἐθνικάς ὁμολογίας καί νά λάβῃ τοῦτα τά 14 ἀργυρᾶ σκεύη οἷον κανδήλας ἀργυρᾶς, θυμιατήρια, ζώνας, δίσκους, θήκας ἱερῶν λειψάνων καί ἄλλα ὅμοια, ἐπειδή ταῦτα, ἄν, ὅ μή γένοιτο, ἀποτύχῃ τό Γενός, θέλουσι μείνει τῶν τυχόντων, εὐδοκιμῆσαι ὅμως, δύναται νά ἀναπληρώση σύν τόκῳ τό δάνειον . . . ». Τῇ 15 Μαρτίου (1852) ἐν Κορίνθῳ Ὁ Μινίστρος τῆς Θρησκείας Ἀνδρούσης Ἰωσήφ

Ἡ πρότασις τοῦ Μινίστρου τῆς Θρησκείας ἔγινε ἀποδεκτή καί ἔτσι ἡ: ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΣΩΜΑ ΕΘΕΣΠΙΣΑΤΟ: Ἐπειδή νέος στόλος ἐχθρικός, ἐκπλεύσας ἀπό τόν Ἑλλήσποντον, διευθύνεται καθ' ἡμῶν˙ Ἐπειδή ὁ ἄσπονδος ἡμῶν ἐχθρός, καίτοι ἐπιμένει νικηθείς ἀπό τά ὅπλα μας, ἐπιμένει μεταχειριζόμενος ὅλα τά δυνατά μέσα, διά νά ἐκπληρώσῃ τούς ἐκδικητικούς αὐτοῦ σκοπούς ἐναντίον τῆς πατρίδος καί τῆς ἱερᾶς ἡμῶν θρησκείας. Ἐπειδή, ἐφ’ ὅσον φαίνεται μεγαλυτέρα ἡ ἐπιμονή τοῦ ἐχθροῦ πρός κατόρθωσιν τῶν ἀδίκων καί ἀνοσίων σκοπῶν του, ἐπί τοσοῦτον καί ἡμεῖς, θαρροῦντες εἰς τήν θείαν ἀντίληψιν, εἰς τό δίκαιον τοῦ ἐπιχειρήματος καί εἰς τάς προτητέρας μας τύχας, νά διπλασιάσωμεν τήν προθυμίαν μας, καί νά δείξωμεν εἰς τόν ἐχθρόν καί εἰς ὅλον τόν κόσμον, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νά θυσιάσωμεν τό πᾶν, διά νά ὑπερασπισθῶμεν τήν πίστιν, πατρίδα, ἐλευθερίαν, τιμήν, τά ὑπάρχοντα καί τήν ἰδίαν μας ὕπαρξιν. Ἐπειδή, ὁμολογουμένως, τό ἁρμοδιώτερον μέσον εἰς ματαίωσιν τῶν σκοπῶν τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἡ ταχίστη ἔκπλευσις τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἡ δέ στέρησις τῶν χρημάτων εἶναι τό μόνον 15 ἐμπόδιον τοῦ ἀναγκαίου τούτου ἐπιχειρήματος, καί ἑπομένως μᾶς ἀναγκάζει νά προσδράμωμεν εἰς ἀμέσους πηγάς, ὅσον εἰμποροῦν νά μᾶς δώσωσιν ἐκ τοῦ προχείρου τήν ἀπαιτουμένην χρηματικήν ποσότητα˙ ἐπειδή μόναι ἄμεσοι πηγαί, ὁποῦ πρέπει νά κατεφύγωμεν εἰς τοιαύτην κατεπείγουσαν χρείαν, εἶναι ὁ χρυσός καί ὁ ἄργυρος τῶν Μοναστηρίων καί Ἐκκλησιῶν, μέταλλα, τά ὁποῖα γινόμενα νομίσματα, προσφέρουσι τό ἑτοιμότατον μέσον διά νά πλουτήσῃ τό ἐθνικόν ταμεῖον, καί οὕτω νά κατασταθῇ ἐπιτήδειον εἰς τό νά παρέξῃ τάς ἀπαιτουμένας δαπάνας πρός ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος˙ ἡ δέ ἀφαίρεσις αὕτη τοῦ χρυσοῦ καί τοῦ ἀργύρου, ἁπλῶν κοσμημάτων καί ἔργων πολυτελείας θεωρουμένων, δέν ἀντιβαίνει ποσῶς εἰς τό πρός τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὀφειλόμενον σέβας, τῆς ὁποίας ὁ θεμελιωτής καί νυμφίος ἠγάπησε τήν ἁπλότητα, ταπείνωσιν καί πτωχείαν. Ἐπειδή τό συμφέρον καί ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος εἶναι σφικτά ἑνωμένα μέ τήν ὕπαρξιν καί λαμπρότητα τῆς θρησκείας, καί ἐάν ἐκείνη χαθῇ, αὕτη βεβαίως καθυβρίζεται καί καταπιέζεται, ὥστε καί μόνος αὐτός ὁ ἰσχυρός καί ἀναντίρρητος λόγος δικαιώνει ἱκανῶς τά πρός σωτηρίαν τῆς Πατρίδος λαμβανόμενα μέτρα: α: Ὅλα τά χρυσᾶ καί ἀργυρᾶ σκεύη τῶν Μοναστηρίων καί Ἐκκλησιῶν, τῶν κατά πᾶσαν τήν ἑλληνικήν ἐπικράτειαν, νά δοθῶσιν εἰς τό ἐθνικόν ταμεῖον. β: Τά αὐτά σκεύη ἤ τό ἀντίτιμον αὐτῶν ἐξ ἐθνικῶν κτημάτων νά ἀφιερωθῶσι πάλιν εἰς τά Μοναστήρια καί Ἐκκλησίας, ἀφ’ ὧν ἐλήφθησαν, μετά τήν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος. γ: Ἐξαιροῦνται ἀπό τόν ἀριθμόν τῶν εἰρημένων σκευῶν αἱ εἰκόνες, τά ἱερά δισκοπότηρα καί αἱ λαβίδες. ................................................................................................................. 16 Ἡ πρωτοβουλία καί σωτήρια αὐτή ἐνέργεια τοῦ Ἰωσήφ Ἀνδρούσης ἀπέφερε ὀκτακόσιες (800) ὀκάδες χρυσοῦ καί ἀργύρου, πού ἐτέθησαν στήν διάθεση τοῦ Ἐθνικοῦ Ταμείου «ὥστε αὐτό, κατά τόν σκοπόν, νά κατασταθῇ ἐπιτήδειον εἰς τό νά παρέξῃ τάς ἀπαιτουμένας δαπάνας πρός ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος». Ἀναφερόμενος ὁ ἱστορικός (Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου) στό συγκλονιστικό αὐτό γεγονός τό περιγράφει ἁπλᾶ:
 «Καί συνεισέφερον προθύμως αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι καί Μοναί: λυχνίας ἀργυρᾶς, καί κηροπήγια καί εἴ τι τῶν ἐντός τῆς Θείας Τραπέζης καθιερωμένων χρυσῶν καί ἀργυρῶν, ἐπαρκοῦσαι πρός διατροφήν τῶν ἀγωνιζομένων πενήτων, καί κουφίζεσθαι τό δυνατόν τάς φοβεράς ἀνάγκας τοῦ πολέμου.

Συνήχθησαν δέ περίπου λίτραι δισχίλιαι τετρακόσιαι (ἤ 800 ὀκάδες) ἀργύρου καί χρυσοῦ καί νόμισμα ἀπό τούτων ἤθελον κόπτειν». 17 5. Ἡ Δ΄ Ἐθνοσυνέλευσις τῶν Ἑλλήνων στό Ἄργος (11 Ἰουλίου 1829) Στίς ἐργασίες αὐτῆς τῆς Ἐθνοσυνέλευσης, στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί ἀρκετοί Ἀρχιερεῖς, φαίνεται ἡ ἐπικράτηση τοῦ πνεύματος συνεργασίας Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ὅπως τό ἐξέφρασε ὁ ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ καί ἀποδεικνύεται περίτρανα ἀπό τίς ἀποφάσεις της. Ἐκεῖ διαβαζουμε: « ...πολλά περί πολλῶν ἐψηφίσθησαν πρός ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος· ἐξετασθέντος δέ καί τοῦ προβλήματος πόθεν ἄν ἔχοι ἡ Κυβέρνησις ἀσφαλῆ καί διαρκῆ τόν πόρον εἰς βελτίωσιν τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῆς Παιδείας» ἀπεφάσισε: «Γ΄ Ἡ Κυβέρνησις θέλει συστήσει Γαζοφυλάκιον ὑπό τήν ἰδίαν τήν ἄμεσον διεύθυνσιν, εἰς τό ὁποῖον θέλει ἀποτίθεσθαι τά ἐπί τῶν κληροδοσιῶν καί τά ἀπό τῶν ἱερῶν καταστημάτων (Μοναστηριῶν, Ἐκκλησιῶν) συλλεγόμενα χρήματα προσδιωρισμένα ἐξῃρημένως εἰς βελτίωσιν τοῦ Ἱερατείου, εἰς προικισμόν τοῦ Ὀρφανοτροφείου, εἰς ὑποστήριξιν τῶν Ἀλληλοδιδακτικῶν σχολείων, Σχολείων τυπικῶν, Σχολεῖον διά τούς ἐκκλησιαστικούς, πολιτικούς κ. ἄ.» Ὁ Κυβερνήτης Ἰωάννης Καποδίστριας πού ἦλθε στήν Ἑλλάδα στίς 5 Ἰανουαρίου 1828, ἀπηύθυνε στίς 8 Ὀκτωβρίου 1829 ἐγκύκλιον «Πρός τούς ἱερωτάτους Μητροπολίτας, Θεοφιλεστάτους Ἐπισκόπους καί Ἐκκλησιαστικούς Τοποτηρητάς στήν ὁποίαν μεταξύ τῶν ἄλλων λέγει: « . . . Τό ὑπ’ ἀριθ. ΙΑ ψήφισμα τῆς εἰς τό Ἄργος Δ΄ Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων συνελεύσεως σκοπόν ἔχει τήν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Κλήρου. 18 Προθυμούμενος νά ἐνεργήσωμεν ὅσον τάχιστα τό ψήφισμα τοῦτο, κατεστήσαμεν διά τοῦ ΛΔ΄ ψηφίσματος τήν ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καί τῆς Δημοσίου Ἐκπαιδεύσεως Γραμματείαν, θεωροῦντες τάς δύο ταύτας ὑπηρεσίας ἀχωρίστους, ὡς μίαν ἔχουσαν ἀρχήν, τόν πατέρα τῶν φώτων, καί πρός ἕνα συντρεχούσας σκοπόν, τήν ἠθικήν τῶν πολιτῶν διαμόρφωσιν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς τοῦ ἔθνους ἐπανορθώσεως». . . . . . . . . «Προσκαλεῖσθε καί ἡμεῖς σεβάσμιοι Ἱεράρχαι, νά διευθύνησθε πρός τήν Κυβέρνησιν διά τῆς Ὑπηρεσίας ταύτης καθ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τήν σφαῖραν τῶν καθηκόντων της, χορηγοῦντες ὅλας τάς πληροφορίας, δι’ ὧν θέλει δυνηθῆ νά συντελέσῃ εἰς τόν σκοπόν τοῦ Ἔθνους καί τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν ἀναγκαίων εἰς τούς λειτουργούς τοῦ Θεοῦ, ἵνα σχολάζοντες τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ἐνασχολῶνται ἐπιμελέστερον περί τήν ὑπηρεσίαν τῶν θείων καί τήν τῶν ψυχῶν παιδαγωγίαν καί προστασίαν». 19 6. Τό Νέο Πνεῦμα Μετά τή δολοφονία τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τῆς χώρας μή φαντασθῆτε, ὅτι ἀφέθη ἡ πρωτοβουλία στούς Ἕλληνες νά ἐπιλέξουν τήν διαδοχή του. Ὁ ἱστορικός Charles A. Frazee μέ τό ἐξαίρετο βιβλίο του «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» φανερώνει μέ πηγές ἀπό τά ἀρχεῖα τῶν πρεσβειῶν Ἀγγλίας, Γαλλίας καί Ρωσίας τίς δραστηριότητες καί πρωτοβουλίες γιά τήν πλήρωση τῆς κενωθείσης θέσεως τοῦ νέου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος. Τό χειμῶνα τοῦ 1831 οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων δυνάμεων (ἐρήμην τῶν Ἑλλήνων) διαβουλεύονταν μέ σκοπό νά ἐπιβάλλουν τόν μελλοντικό Κυβερνήτη τῆς χώρας μας. Μετά τήν ἄρνηση τοῦ πρίγκιπος Λεοπόλδου σκέφθηκαν τόν δευτερότοκο γιό τοῦ βασιλιᾶ τῆς Βαυαρίας Λουδοβίκου, ὁ ὁποῖος δέχθηκε τήν πρότασιν τῶν πρεσβευτῶν ὑπό τόν ὅρον ὅτι ὁ γιός του Ὄθωνας θά συνοδευόταν ἀφ’ ἑνός μέν ἀπό Ἀντιβασιλεία, γιατί ἦταν μόνο δεκαέξ χρόνων καί ἀφ’ ἑτέρου ἀπό ἕνα βοηθητικό σῶμα Βαυαρῶν στρατιωτῶν. Οἱ ἴδιες ξένες δυνάμεις κατά τά συμφέροντά τους φρόντισαν νά ἐπιλεγοῦν ὡς Ἀντιβασιλεῖς ἄνθρωποι εὐνοούμενοι τῶν Κυβερνήσεών των. Αὐτοί ἦσαν ὁ συνταγματάρχης Εϋδεκ, ὁ Μάουρερ, μέχρι τότε κυβερνητικός ἀξιωματοῦχος στό Μόναχο καί ὁ κόμης Ἰωσήφ Ἄρμανσπεργκ. Ἐπιλεγμένοι στόχοι τῆς Ἀντιβασιλείας ἦσαν α) ἡ ἀποκοπή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, β) τό κλείσιμο τῶν Ὀρθοδόξων Μοναστηριῶν καί δήμευση τῆς περιουσίας των, γ) ὁ ἀσφυκτικός διοικητικός ἔλεγχος τῆς Ἐκκλησίας ἐν παντί. Γι’ αὐτό καί ὡμολόγησε τά ἑξῆς: «Καί ὅσο γιά μένα, πείστηκα ὅτι αὐτό τό παγκοσμίου σημασίας 20 ἱστορικό κείμενο θά σφραγίση τήν ἀρχή μιᾶς νέας ἐποχῆς καί ὄχι μόνο τήν Ἑλληνική Ἐκκλησία». Ὁ πρωταρχικός ἀρχιτέκτονας τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαμόρφωσης στήν Ἑλλάδα ἦταν ὁ ἀντιβασιλέας Georg Μάουρερ, ἕνας Γερμανός Προτεστάντης μέ νομική κατάρτιση, πού τήν ἀπέκτησε στή Γαλλία τοῦ Ναπολέοντα. Στό ἐπιστημονικό του πεδίο ἦταν μεγαλοφυΐα. Σέ διάστημα μικρότερο ἀπό χρόνο, εἶχε συντάξει ὄχι μόνο τό καταστατικό τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί ἕναν ἀστικό κώδικα πού ἡ ἀξία του ἀπεδείχθη μεγάλη γιά πολλά χρόνια. Τώρα πού δημοσιεύθηκαν τά ἀρχεῖα τῆς περιόδου ἐκείνης ἀποκαλύπτονται τό ἔργον τῶν ξένων δυνάμεων καί ὁ σημαντικός ρόλος τῶν πρεσβευτῶν τους στήν τραγική πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Πρώτη ἐπιδίωξη τοῦ Μάουρερ ἤταν ἡ ἀποκοπή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί τοῦτο γιατί σύμφωνα μέ τή γνώμη του, ἦταν φανερό σέ ὅλους, ὅτι ἡ Ρωσία εἶχε ἐπεκτατικά ἐνδιαφέροντα σέ βάρος τῶν Ὀθωμανῶν καί ὅτι αὐτή ἡ χώρα θά μποροῦσε νά χρησιμοποιήσει τούς Ὀρθοδόξους πληθυσμούς τῶν Βαλκανίων γιά νά ἐπιτύχει τόν σκοπό της. Πολλοί Ἕλληνες κληρικοί ἦταν ἀφοσιωμένοι στή Ρωσία καί θά μποροῦσαν νά ὑποστηρίξουν τίς φιλοδοξίες τῶν Ρώσων σ’ αὐτή τήν περιοχή. Ὁ Μάουρερ ὑποστήριζε ὅτι ὁ τσάρος θά μποροῦσε εὔκολα νά χρησιμοποιήσει τόν διορισμό τοῦ Πατριάρχη ὡς μέσο γιά νά ἐλέγχει τήν Ἑλληνική Ἐκκλησία, ἔτσι ὥστε ὁ μόνος τρόπος πού ὑπῆρχε γιά τό καινούργιο κράτος τῆς Ἑλλάδος νά ἀποκρούσει αὐτήν τήν πίεση θά ἦταν μία Σύνοδος ἀνεξάρτητη ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Μάουρερ, ὡς προτεστάντης ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία ὡς ὑπηρεσία καί ὑφιστάμενο τοῦ Κράτους. Ὁ δέ Γάλλος ὑπουργός ἐσχολίασε 21 ὡς ἑξῆς τό θέμα: «ὁ χωρισμός τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πρᾶγμα στό ὁποῖο ἡ Ἀντιβασιλεία εἶχε προσδώσει τή μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ὁ πρωταρχικός σκοπός τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμφανῶς νά μετακινήσει τούς μελλοντικούς ἰσχυρούς τρόπους ἐπιρροῆς τῆς Ρωσσίας». Στό ἔργο αὐτό συνεργάστηκαν ἄριστα οἱ πρεσβευτές τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Γαλλίας. Γιά τούς λόγους αὐτούς προώθησαν τήν «Διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας πού δημοσιεύθη στίς 23 Ἰουλίου (4 Αὐγούστου) 1833. Στό ἄρθρο 1: Ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολική Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἐν πνεύματι μέν ἀναγνωρίζει ὡς κεφαλήν τόν Κύριον καί Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, κατά δέ τό διοικητικόν μέρος ἔχει ἀρχηγόν τόν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος . . .». Κατά τό 2 ἄρθρο: Ἡ ὑπέρτατη Ἐκκλησιαστική ἐξουσία ἐναπόκειται ὑπό τήν τοῦ Βασιλέως κυριαρχίαν εἰς χεῖρας Συνόδου διαρκοῦς, φερούσης τό ὄνομα «Ἱερά Σύνοδος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος». Στά ἄρθρα 6 καί 7: Γίνεται λόγος γιά τόν Βασιλικόν Ἐπίτροπον, ὁ ὁποῖος προεδρεύει εἰς ὅλας τάς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου καί ἀντιπροσωπεύει παρ’ αὐτήν τήν Κυβέρνησιν κάθε πρᾶξις γενομένη ἐν ἀπουσίᾳ του εἶναι ἄκυρος. Συνολικά ὑπῆρχαν εἴκοσι πέντε ἄρθρα πού τό καθένα ἀπ’ αὐτά ὑποδούλωνε ὅλο καί πιό πολύ τήν Ἐκκλησία στήν Πολιτεία. Ἄν ὑπῆρξε ποτέ μιά Ἐκκλησία χωρίς κῦρος καί σέ πλήρη ἐξάρτηση ἀπό τήν Πολιτεία, αὐτό ἔγινε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τό καταστατικό τοῦ Μάουρερ. 22 Γιά νά μήν σᾶς καταπονήσω δέν θά σταθῶ στά τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου παρά μόνον εἰς ὅσα ἀναφέρονται εἰς τά περί διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. « . . . ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀρχηγόν ἔχουσα καί κεφαλήν, ὡς καί πᾶσα ἡ καθολική καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τόν Κύριον καί Θεόν καί Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχη τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος ὑπερτάτην Ἐκκλησιαστικήν ἀρχήν γνωρίζουσα Σύνοδον διαρκῆ, συνισταμένην ἐξ Ἀρχιερέων προσκαλουμένων ἀλληλοδιαδόχως κατά τά πρεσβεῖα τῆς χειροτονίας, πρόεδρον ἔχουσαν τόν κατά καιρόν ἱερώτατον Μητροπολίτην Ἀθηνῶν, καί διοικοῦσαν τά τῆς Ἐκκλησίας κατά τούς θείους καί ἱερούς Κανόνας ἐλευθέρως καί ἀκωλύτως ἀπό πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως». . . Οἱ ὅροι πού ἔθετε ὁ Τόμος δέν ἦταν ἀρεστοί στόν βασιλιά Ὄθωνα, ὅμως δέν ἤθελε νά τούς ἀπορρίψει στά φανερά γιατί θά προκαλοῦσε θύελλα διαμαρτυριῶν στήν Ἑλλάδα. Κατέφυγε στή μέθοδο τῆς καθυστέρησης. Τώρα πού ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀναγνωριστεῖ, ἡ κυβέρνηση θά μποροῦσε νά προχωρήσει μέ νόμους τίς ἐσωτερικές ἀλλαγές μ’ ἕνα βραδύ ρυθμό. Δέν ἦταν ὑπέρ τοῦ Ὄθωνα τό γεγονός ὅτι ἀνατράπηκε τελείως τό Καταστατικό τοῦ Μάουρερ τοῦ 1833. Λίγες μέρες μετά τή λήξη τῶν συνεδριάσεων ὁ Ὄθωνας ἀναχώρησε γιά τό ἐξωτερικό καί ἡ βασίλισσα Ἀμαλία ἀνέλαβε τίς βασιλικές εὐθῦνες. Ἐνῶ ἀναμενόταν ἡ ἐπιστροφή τῶν ἀπεσταλμένων ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Ἀθήνα μέ τά ἔγγραφα, ὁ Sir Thomas Οὐάϊς ἔγραφε στό Λονδῖνο, πώς οἱ προφορικές ἀναφορές γιά τόν Τόμο καί τό περιεχόμενό του εἶχαν προκαλέσει μεγάλη 23 ἀναταραχή στήν Ἀθήνα, ἐπειδή οἱ ὁδηγίες πού εἶχαν δοθεῖ στούς διαπραγματευτές ἦταν πώς ἡ ἀναγνώριση, ἔπρεπε νά παραχωρηθεῖ «χωρίς ὁποιοδήποτε ὅρο καί συνθήκη» καί σύμφωνα μέ τό δεύτερο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος πού ἀπαγόρευε στήν Ἐκκλησία νά τεθεῖ ὑπό ξένην ἐκκλησιαστική ἐξουσία. Τώρα, ὅπως ἔγραφε, ἡ ἑλληνική κυβέρνηση ἀκούγοντας τό ἀποτέλεσμα, θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀναγνώριση, ἄν καί εἶχε ἐπιτευχθεῖ, ἤταν «κατά κάποιο τρόπο τό ἀντίθετο ἀπ’ αὐτό πού σκόπευε καί προσδοκοῦσε ἡ Μεγαλειότης Του». Ἡ συνέπεια τῶν διαδικασιῶν αὐτῶν ἦταν ὅτι «οἱ ὑπουργοί καί ἡ αὐλή εἶχαν πέσει στή μεγαλύτερη σύγχυση. Ὁ Αἰών καί τά ρωσικά ὄργανα καί οἱ πράκτορες εἶναι γεμάτοι ἀγαλλίαση ἐνῶ ἡ συνταγματική μερίδα (ἀγγλική), διαιρεμένη ὡς πρός τίς γνῶμες γιά τίς αἰτίες καί τίς συνέπειες, φαίνεται ὡς πρός τό μεγαλύτερο μέρος της ἀδρανής, μέχρι νά ἔρθουν οἱ ἐπίσημες πληροφορίες καί ἡ κυβέρνηση νά ἀναλάβει δράση γιά νά ἀνακτήσει τόν ἔλεγχο τῆς κατάστασης». Πολλοί εἶδαν σ’ αὐτό ἕνα στρατήγημα τῆς ρωσικῆς πολιτικῆς γιά νά σύρει τήν Ἐκκλησία καί μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας τό Ἔθνος, ὑπό τόν ἔλεγχό της. Κυβερνητικοί ἀξιωματοῦχοι εἶπαν στον Οὐάϊς, ὅτι πρότειναν νά καθυστερήσουν τήν ἄφιξη τῶν ἐγγράφων καί τῶν διαπραγματευτῶν μέχρις ὅτου τοποθετηθεῖ μία καινούργια Σύνοδος. Αὐτό θά ἔδινε χρόνο στήν Κυβέρνηση νά ἐπεξεργαστεῖ τήν περαιτέρω πολιτική της. Ὁ Βρετανός πρεσβευτής δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τό γιατί ὁ ἀπεσταλμένος τῆς ἴδιας κυβέρνησης θά ἔπρεπε νά ἀποδεχθεῖ τούς ὅρους τοῦ Τόμου. «Ἡ συμπεριφορά, γράφει, τοῦ Δεληγιάννη θεωρεῖται πολύ ἀνεξήγητη μερικοί πιστεύουν πώς ἔχει ἀπατηθεῖ, ἄλλοι ὅτι ἔχουν ἀπατηθεῖ οἱ συνάδελφοί του καί ἡ κυβέρνηση ἀπό τήν 24 ρωσική διπλωματία καί ἀπό συνωμοσίες». Πιστεύει ὅτι ὁ Ὄθωνας θά ἀκολουθήσει «τή συνηθισμένη του πολιτική τῆς χρονοτριβῆς . . . Ἄν ἔτσι γίνουν τά πράγματα, τότε τά δύο λάθη θά διαπραχθοῦν, ἡ θεληματική συναίνεση στήν πρόταση καί ἡ τόσο καθυστερημένη συμφωνία πού δέν μπορεῖ νά δώσει κανένα εὐεργέτημα στόν ἴδιο καί στή χώρα». 13 Ὁ Γάλλος πρεσβευτής Σαμπατιέ μέ τήν ἀναφορά του πού ἔστειλε στό Παρίσι, φαίνεται ὅτι ἡ ἄποψή του ἦταν παρόμοια μέ ἐκείνη τῶν Βρετανῶν. Γράφει: «Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Μ. de Titov, ἦταν ὁ μεγάλος ὑποκινητής ὅλης αὐτῆς τῆς ὑπόθεσης στήν Κωνσταντινούπολη καί ὅτι ἡ ρωσική ἐπιρροή ἔχει ὑπαγορεύσει τό πατριαρχικό διάταγμα. Ὁ Δεληγιάννης ἀπομωράθηκε ἤ ἀποπλανήθηκε. Ἡ ἑλληνική κυβέρνηση, πιεσμένη ἀπό τίς περιστάσεις ἔχει ἀποδεχθεῖ τά πάντα γιά νά κερδίσει χρόνο, ἀλλά ἡ διαδικασία δέν ἔχει τελειώσει καί πρέπει νά κριθεῖ ὥς τό τελευταῖο σημεῖο στήν ἑπόμενη συνέλευση». Ὁ Σαμπατιέ πίστευε ὅτι οἱ Ρώσοι πιθανῶς νά ἐξασκοῦσαν ἰσχυρή ἐπιρροή στήν Ἑλλάδα μόλις τοποθετεῖτο ἡ Σύνοδος σύμφωνα μέ τούς ὅρους τοῦ Τόμου14 . Ὁ Ἀρχιμ. Μισαήλ Ἀποστολίδης καί ὁ Δεληγιάννης ἔφθασαν στόν Πειραιᾶ στίς 16 Ἰουλίου φέρνοντας τόν Τόμο καί τά ἄλλα ἔγγραφα. Ὁ Ὄθωνας συζήτησε μέ τό Δεληγιάννη πάνω ἀπό δύο ὧρες γιά ὅσα συνέβησαν στό Φανάρι καί κατόπιν, πρός κατάπληξη ὅλων, τούς ἀνήγγειλε ὅτι ἐπρόκειτο νά λείψει γιά δύο μῆνες ἀπό τήν Ἑλλάδα καί ὅτι τή θέση τοῦ ἀντιβασιλέα θά τήν ἀνελάμβανε ἡ βασίλισσα Ἀμαλία15 . Ὁ Ὄθωνας ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα ἀπό τό ταξίδι του στή Δύση μετά τόν Μάϊο τοῦ 1851, χωρίς ὅμως διάθεση νά κινήσει 25 διαδικασίες γιά τήν ἀπαραίτητη νομοθεσία γιά τόν Τόμο. Ὁ Αἰών κατάλαβε τήν πολιτική του Ὄθωνα καί διακήρυξε τήν καταγγελία του: «τά Ἐκκλησιαστικά νομοσχέδια κοιμῶνται εἰς τόν συνήθη βαρύν ὕπνον οὐδέποτε ἐξυπνήσοντα. Ποῖος δε, καί ἀ λίγον συλλογιζόμενος ἄνθρωπος, ἤλπισε ποτέ νά ἴδη αὐτά ἐπιψηφιζόμενα καί ἐφαρμοζόμενα»16 . Ὁ Βαυαρός ἀπεσταλμένος Maximilian Pergler von Perglas κατάλαβε ἐπίσης τήν πολιτική τοῦ Ὄθωνα καί εἰδοποίησε σχετικά τόν Λουδοβίκο ΙΙ: «...θά εἶναι καταστροφικό γιά τήν Ἑλλάδα, ἄν ἀναγκαστεῖ νά ἐφαρμόσει τόν Τόμο κατά γράμμα, ὅπως θέλει τό κόμμα τῶν Ναπαίων, τό ὄργανο τῶν Ρώσων» 17 . Ὁ Οὐάις, ὁ βρετανός πρεσβευτής καί ὁ Forth Ρενάν ὁ Γάλλος πρεσβευτής παρακινοῦσαν τόν Ὄθωνα καί τούς φιλελευθέρους τοῦ ὑπουργικοῦ σώματος νά τροποποιήσουν τά τοῦ τόμου. Ὁ Οὐάϊς συμβούλευε: «τά πνευματικά ὅπλα δέν εἶναι εὔκολο νά συγκριθοῦν μέ τά κοσμικά καί ἅπαξ ξεφύγουν ἀπό τά χέρια τῆς ἐξουσίας, εἶναι δύσκολο νά τά ξανακερδίσουν»18 . Τελικά ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις τῶν πρεσβειῶν καί ὁ Νόμος ΣΑ΄(201) παρέλειπε κάθε ἀναφορά στόν Τόμο. Τελικά μετά πολλές παλινωδίες ἐψηφίσθη στίς 9 Ἰουνίου 1852 ὁ νόμος χωρίς οὐσιαστικά σεβασμό τοῦ Πατριαρχικοῦ τόμου πλήν μερικῶν ἀνώδυνων λεπτομερειῶν. Ἀπόδειξις τούτου τό ἄρθρο Ϛ΄ πού ἔχει ὡς ἑξῆς: «Παρά τῇ ἱερᾷ Συνόδῳ διορίζεται ὑπό τοῦ Βασιλέως Βασιλικός ἐπίτροπος, ὅστις, πρίν ἤ ἀναλάβη τά καθήκοντά του, δίδει ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τόν νενομισμένον ὅρκον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐπειδή δέ εἰς τήν ὑπερτάτην Βασιλικήν ἐξουσίαν, εἰς ἥν ἐναπόκειται ἡ Κυριαρχία τοῦ Κράτους, ἀνήκει καί ἡ ἐποπτεία 26 ἐφ’ ὅλων τῶν ἐντός τοῦ Βασιλείου γινομένων, ὁ Βασιλικός Ἐπίτροπος ἔχει τό καθῆκον νά παρευρίσκεται, ἄνευ ψήφου, εἰς ὅλας ἐν γένει τάς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καί νά προσυπογράφεται εἰς ὅλα τά πρωτότυπα τῶν παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκδιδομένων ἀποφάσεων καί πράξεων, ἀναγομένων εἴτε εἰς τά ἐσωτερικά εἴτε εἰς τά ἐξωτερικά αὐτῆς καθήκοντα. Πᾶσα δέ ἀπόφασις ἤ πρᾶξις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γινομένη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἤ μή φέρουσα τήν προσυπογραφήν αὐτοῦ, εἶναι ἄκυρος». Ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος θά σημειώσει: «Κατά ταῦτα λοιπόν οἱ μέν θεῖοι τῆς Ἐκκλησίας θεσμοί ἐφιμώθησαν» στήν πράξη ἐπανελήφθη ὁ καταστατικός χάρτης τοῦ Μάουρερ πού ὑποστήριζε ὅτι πολλές δραστηριότητες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν διπλή ὄψη, θρησκευτική καί κοσμική. Γι’ αὐτό ὅλες αὐτές οἱ ἐνέργειες πρέπει νά ὑπόκεινται στόν ἔλεγχο τῆς πολιτείας καί ἄν ἀποδειχθοῦν ἐπιζήμιες γιά τό δημόσιο συμφέρον νά μπορεῖ ἡ πολιτεία νά θέσει βέτο. Σ’ ἕνα σχετικό κατάλογο, πού προκαλεῖ ἔκπληξη, σ’ αὐτές τίς δραστηριότητες συμπεριλαμβάνονται «διάταξις περί τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας, περί τοῦ καιροῦ αὐτῆς, τοῦ τόπου εἰς ὅν, τοῦ ἀριθμοῦ κ.λ.π., τή σύσταση μοναστηριῶν, τίς χειροτονίες, τήν τέλεση λιτανειῶν, τήν ἐκπαίδευση τῶν κληρικῶν, .....ἀπαγορεύτηκε στούς κληρικούς ἡ ἀλληλογραφία καί κάθε ἄμεση ἐπαφή "μέ ἐξωτερικάς κοσμικάς ἤ Ἐκκλησιαστικάς Ἀρχάς". Καί τό σπουδαιότερο δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ σύναξις τῶν Ἀρχιερέων χωρίς ἔκδοση σχετικοῦ βασιλικοῦ ἤ προεδρικοῦ διατάγματος». Συνολικά ὑπῆρχαν στόν Καταστατικό Χάρτη εἴκοσι πέντε ἄρθρα πού τό καθένα ἀπ’ αὐτά ὑποδούλωνε ὅλο καί πιό πολύ τήν Ἐκκλησία στήν πολιτεία. Ἄν ὑπῆρξε ποτέ μία Ἐκκλησία χωρίς 27 κανένα κῦρος καί σέ πλήρη ἐξάρτηση ἀπό τήν πολιτεία, αὐτό ἔγινε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τό καταστατικό τοῦ Μάουρερ. Αὐτή ἡ βαβυλώνειος αἰχμαλωσία ἤ ἰδιότυπη πατρωνία της διήρκεσε μέχρι τό 1910 πού ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἀπευθυνόμενος πρός τό λαό τῆς Ἀθήνας εἶχε προσδιορίσει τούς βασικούς ἄξονες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς τῆς παρατάξεώς του λέγοντας «....Ἐκκλησία ἐστερημένη ἐσωτερικῆς ζωῆς περιορισμένη εἰς ξερούς τύπους καί τῆς ὁποίας ὁ ἐνοριακός ἰδία κλῆρος κατατρυχόμενος ὑπό πενίας καί ἀμαθείας εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος ὅπως ἐξυπηρετῇ τήν ὑψηλή αὐτῆς ἀποστολήν»19 . Ἡ φιλοβενιζελική ἐφημερίδα «Πατρίς» σέ πρωτοσέλιδο ἄρθρο της μέ τίτλο «τό Γουδί τῆς Ἐκκλησίας» ἔγραφε: «Μετά τό Γουδί τῆς Πολιτείας ὅπερ ἔφερεν στή σημερινή ἀνόρθωση, ἦτο ἐπιβεβλημένο ἀνάλογο κίνημα πρός ἀνόρθωση τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις πρέπει ἐν πάσῃ στιγμῇ νά συμβαδίζῃ μετά τοῦ Κράτους εἰς τήν ὁδόν τοῦ μεγαλείου .... διότι εἶναι καιρός νά ἀνορθωθῶσι καί νά ἐξυγιανθῶσι τά τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως μέ τάς ὑγιεῖς ἀντιλήψεις. Δέν πρέπει νά λησμονῶμεν ποτέ, ὅτι ἡ θρησκεία ὑπῆρξε διά τήν ἑλληνική φυλή ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀντοχῆς της εἰς τάς δοκιμασίας καί τοῦ σθένους της διά τήν πρόοδον. Καί σήμερον ὑπέρποτε τό ἑλληνικόν ἔθνος ἔχει ἀνάγκην Ἐκκλησίας κύρους καί περιωπῆς, διά νά συνεχίσῃ τόν ἀγῶνα τῆς ἐπικρατήσεως, τόν ὁποῖον ὑπό τόσους αἰσίους οίωνούς ἤρχισε.»20 . Ἀφού ἐπετεύχθη ὁ πρῶτος στόχος τῆς ἀντιβασιλείας πού ἦταν ἡ ἀποκοπή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐτέθη εἰς ἐνέργεια ὁ δεύτερος στόχος, πού ἦταν τό κλείσιμο τῶν ὀρθόδοξων μοναστηριῶν καί ἡ δήμευση τῆς 28 περιουσίας των, κινητῆς καί ἀκινήτου, μέ ληστρικό μάλιστα τρόπο. Ὁ συνολικός ἀριθμός τῶν μοναστηριῶν πού διαλύθηκαν ἀπό τήν κυβέρνηση μέ τό διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1833 ἦσαν 412. Στίς ἀρχές τοῦ 1834 ἄρχισαν οἱ δημεύσεις21 . Ὅλων τούτων τῶν προϊόντων (ἔσοδα ἐκποιήσεων καί φόρων) ἡ εἴσπραξις θέλει ἀφεθῆ καταλλήλως εἰς τούς Νομάρχας, δι’ ὧν θέλουν ἀποστέλλεσθαι εἰς τό Ταμεῖον τῆς Ἐπικρατείας, τό ὁποῖον θέλει κρατεῖν περί τούτων ἰδιαίτερον λογαριασμόν. Ἡ διαχείρισις τῶν πρός βελτίωσιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῶν σχολείων προσδιωρισμένων τούτων εἰσοδημάτων ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τήν ἡμετέραν ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς παιδείας Γραμματείαν. Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 25 Σεπτεμβρίου (7 Ὀκτωβρίου) 1833. 22 Τά μέτρα κατά τήν Σύνοδον θά γίνουν σύμφωνα πρός τό ἄρθρον γ τοῦ ΙΑ ψηφίσματος τῆς ἐν Ἄργει Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Κατά τήν παράγραφον 3 (τρία) τῶν Πρακτικῶν τῆς ἑβδόμης συνεδρίας (26 Ἀπριλίου 1833) «ἐκρίθη ἐπάναγκες, οἱ μέν ἐπίσκοποι νά μισθοδοτῶνται αὐτάρκως καί ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος των κατ΄ εὐθείαν παρά τῆς Κυβερνήσεως ἀπό τῶν ἐπί τούτῳ προσδιορισθησομένων πόρων (ἔσοδα Μοναστηριακῆς Περιουσίας) οἱ δέ πρεσβύτεροι, διάκονοι καί λοιποί ὑπηρέται τῶν Ἐκκλησιῶν κυρίως μέν παρά τῶν κοινοτήτων, ἀφοῦ ἡ περιουσία τῶν ἐνοριῶν, τῶν ἐπισκοπῶν καί ἡ ὅλη ἐνορία περιῆλθε στήν διοίκηση καί κυριότητα τοῦ Δήμου ἤ τῆς Κοινότητος·ὅταν δέ οἱ πόροι τῆς Κοινότητος δέν ἐξαρκοῦν, ἡ Κυβέρνησις νά ἀναπληροῖ τό ἐλλεῖπον ἀπό τῶν προειρημένων πόρων». Στά πρακτικά τῆς Η΄ συνεδρίας τῆς Ἐπιτροπῆς (27 Ἀπριλίου 1833) διαβάζουμε: «Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τό περί μισθοδοσίας τοῦ 29 κλήρου, κατά τόν τρίτον παράγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καί ἀπεφασίσθη, ὅτι πρέπει νά συστηθῇ εἰς ἑκάστην κοινότητα Ἐκκλησιαστικόν Ταμεῖον, διοικούμενον παρά τῶν ἐπί τούτῳ κατ΄ ἔτος ἐκλεγομένων ὑπό τῶν ἐνοριτῶν ἐπιτρόπων. Εἰς τό ταμεῖον τοῦτο θέλουν σύγκεισθαι: τά ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τάς Ἐκκλησίας κτημάτων εἰσοδήματα (ἔσοδα ἐκκλησιαστικῆς ἤ ἐνοριακῆς περιουσίας). Ἀπό τό ταμεῖο τοῦτο (τό δεύτερο) θέλει διατηρεῖσθαι, ἐπισκευάζεσθαι καί καλλωπίζεσθαι ὁ ναός, θέλουν μισθοδοτεῖσθαι οἱ ἐν αὐτῷ ὑπηρετοῦντες καί εἰ μέν περισσεύουσιν οἱ πόροι, θέλουσιν ἐξοικονομεῖσθαι ἐξ αὐτῶν οἱ πτωχοί τῆς ἐνορίας, εἰ δέ ἐλλείπουσι θέλουν ἀναπληροῦσθαι παρά τῆς Κυβερνήσεως κατά τόν Γ΄ παράγραφον τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως (ἐκ τοῦ πρώτου ταμείου δηλαδή ἐκείνου τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας).» Στά πρακτικά τῆς Θ΄ συνεδρίας τῆς Ἐπιτροπῆς (28 Ἀπριλίου 1833) «Τό Ταμεῖον τοῦτο (μοναστηριακῆς περιουσίας) θέλει ἐπαρκέσει πρός μισθοδοσίαν τῶν Ἐπισκόπων, πρός ἀναπλήρωσιν τῶν δι’ ἑκάστην κοινότητα ἀπαιτουμένων διά τό Ἐκκλησιαστικόν ἐξόδων, πρός ἐκπαίδευσιν τοῦ κλήρου, πρός οἰκοδομήν Ἐκκλησιῶν, πρός σύστασιν φιλανθρωπικῶν καί κοινωφελῶν καταστημάτων, πρός περίθαλψιν καί διατροφήν πτωχῶν καί ἀπόρων, καί ἁπλῶς εἰς πᾶν ὅ,τι θεοφιλές καί φιλάνθρωπον». Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1833 ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ ἐγκύκλιόν της ἐνημέρωνε τούς Ἀρχιερεῖς, τόν κλῆρον καί τόν λαόν γράφοντας τά ἑξῆς: «Τά ἔρημα καί ἐρειπωμένα Μοναστήρια ὁποιασδήποτε τάξεως καί καταστάσεως, καθώς καί τά ἔχοντα ὀλιγωτέρους τῶν ἕξ μοναχῶν, μεθ’ ὅλων τῶν εἰς αὐτά 30 ἀνηκόντων κινητῶν καί ἀκινήτων κτημάτων, παραλαμβάνονται παρά τῆς Κυβερνήσεως εἰς λογαριασμόν τοῦ συνιστωμένου ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ, ἐξ οὗ θέλουσι μισθοδοτεῖσθαι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐπικρατείας καί οἱ ἄλλοι κληρικοί, καθώς καί οἱ διδάσκαλοι τῶν σχολείων καί θέλει συνιστᾶσθαι καί διατηρεῖσθαι πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τήν παιδείαν θεοφιλές καί θεάρεστον»23 . Τό Ἐκκλησιαστικόν Ταμεῖον συνεστήθη ὑπό τῆς Ἀντιβασιλείας ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος στίς 13 Δεκεμβρίου 1834. Μέ τά 25 ἄρθρα του καθορίζει μέ λεπτομέρειες τίς διαδικαστικές λειτουργίες ὑπογραμμίζοντας στό ἄρθρο 10 τά ἑξῆς: «Ἡ σύστασις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου διά τά ἐκκλησιαστικά καί τήν ἐκπαίδευσιν σκοπόν ἔχει νά καταστήσει καθαρῶς καί ἀσφαλῶς καταφανῆ τήν διάκρισιν τοῦ κλάδου τούτου τῆς ὑπηρεσίας, καί τήν ἰδιαιτέραν διαχείρισιν τῶν δι’ αὐτόν προσδιωρισμένων ποσοτήτων, τόν σκοπόν τοῦτο πρέπει νά ἔχει τό ταμεῖον ἀδιακόπως καί εἰς ὅλας τάς ἐργασίας του ὑπ’ ὄψιν». Στίς 1(13) Ἰανουαρίου 1838 νέο Διάταγμα ἀναφέρεται εἰς τό Ἐκκλησιαστικόν Ταμεῖον. «Θεωροῦντες», γράφει τό κείμενον, «ἀναγκαῖον νά εἰσαχθεῖ εἰς τήν δημόσιαν διοίκησιν ἡ ἄκρα, ὅσο τό δυνατόν οἰκονομία τῶν ἐξόδων, ἀναλογιζομένων δέ ὅτι δέν ἀναγκαιοῖ πολυμελής ἐπιτροπή πρός διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καί ὅτι αἱ ἐργασίαι αὕται, ἀνατιθέμεναι εἰς τήν Γραμματείαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίου Ἐκπαιδεύσεως Γραμματείας ὑπ’ ἄρθ. 18879 ἀπεφασίσαμεν καί διατάττομεν: 31 α. Ἡ μέχρι τοῦδε δυνάμει τοῦ Ἡμετέρου Διατάγματος τῆς 1/13 Δεκεμβρίου 1834 ὑπάρχουσα ἐπιτροπή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου διαλύεται. β. Τά ἔργα, τά ὁποία διά τοῦ εἰρημένου διατάγματος τῆς 1/13 Δεκεμβρίου 1834 ἦσαν ἀνατεθειμένα εἰς τήν διαληφθεῖσαν ἐπιτροπήν ἀνατίθενται διά τοῦ παρόντος εἰς τήν ἡμετέραν ἐπί τήν ἐκκλησιαστικήν Γραμματείαν θέλουσι δέ ἐνεργεῖσθαι, ὑπό τήν ἄμεσον διεύθυνσιν τοῦ Γραμματέως τῆς Ἐπικρατείας, ἀπό τόν ὑπουργικόν σύμβουλον εἰς τάς ἐκκλησιαστικάς ὑποθέσεις παρ΄ αὐτῇ εἰσηγούμενον. Ἡ ἡμετέρᾳ ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Γραμματεία τῆς Ἐπικρατείας ἐπιφορτίζεται τήν ἐκτέλεσιν καί δημοσίευσιν τοῦ παρόντος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1/13 Ἰανουαρίου 1838 ΟΘΩΝ ὁ ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως Γραμματεύς τῆς Ἐπικρατείας Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ» Μετά μίαν περίπου πενταετίαν ὁ Βασιλεύς Ὄθων θά ἀσχοληθεῖ καί πάλι μέ τό ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ δικαιολογώντας τήν πρᾶξιν του αὐτήν ὡς ἑξῆς: «Θεωροῦντες ὅτι ὁ σκοπός, τόν ὁποῖον διά τοῦ ἀπό 25 Σεπτεμβρίου (7 Ὀκτωβρίου) 1833 ἡμετέρου διατάγματος προεθέμεθα ἀνατιθέντες εἰς τήν ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίας Ἐκαπιδεύσεως Γραμματείαν τήν διαχείρισιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰσοδημάτων ἦτον ἡ ἀκριβής τῶν προσόδων τούτων ἀπό τάς λοιπάς τοῦ Κράτους προσόδους διαχώρισις, ὡς προσδιωρισμένων νά χρησιμεύσωσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τήν βελτίωσιν τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί τήν 32 ἐκπαίδευσιν τῆς νεολαίας. Σκεπτόμενοι ὅτι ἐπιτυγχανομένου σκοποῦ τούτου ἐντελῶς διά τῆς εἰς ἰδιαίτερα βιβλία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καί ἐξ αὐτῶν προσόδου ἐγγραφῆς ἡ διαχείρισις αὐτῶν παρά τῆς ἐπί τῶν οἰκονομικῶν Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας ἀποβαίνει τοσούτῳ μᾶλλον κατάλληλος καθόσον, ἡ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰδικότης ἐγγυᾶται πληρεστέραν εἰς αὐτήν ἐπιτυχίαν. Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν, γράφει, καί τό ἡμέτερον ἀπό 23 Δεκεμβρίου 1834 περί συστάσεως τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου διάταγμα, δι’ οὗ διετάχθη ἡ κράτησις ἰδιαιτέρας εἰς τά ἐθνικά κατάστιχα μερίδος τῆς ἐκ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί δημοσίας ἐκπαιδεύσεως καί ἐπί τῶν οἰκονομικῶν γραμματείων τῆς ἐπικρατείας ἀποφασίζομεν καί διατάττομεν: 1. Ἡ περί τῶν κτημάτων τῶν διαλελυμένων μοναστηρίων καί ἡ περί τοῦ δευτέρου δεκάτου τῶν διατηρουμένων φροντίς, ὡσαύτως δέ καί ἡ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀντιπροσώπευσις τῆς περιουσίας ταύτης θέλει μεταβεῖ, εἰς τήν ἡμετέραν ἐπί τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείαν τῆς Ἐπικρατείας, φροντίζουσαν καί περί τῆς καταλληλοτέρας διαθέσεως τῶν κτημάτων διατάξεις· ἀλλά καί καμία ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων τούτων δέν δύναται νά γίνει, ἄν ἀκουσθέντος τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας προηγουμένως δέν ἀναγνωρισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὅτι τοῦτο συμφέρει ὡς πρός τόν σκοπόν εἰς ὅν εἶναι ἀφιερωμένη ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία. 2. Τόσον τά κτήματα ταῦτα, καθώς καί ἡ ἐκ τούτων καί τοῦ δευτέρου δεκάτου τῶν διατηρουμένων μοναστηρίων πρόσοδος, θέλουν ἐξακολουθήσει ἐγγραφόμενα εἰς βιβλία ἰδιαίτερα μηδαμῶς συγχεόμενα μέ τά λοιπά τοῦ κράτους κτήματα. 33 3. Αἱ διά τά ἐκκλησιαστικά καί τήν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν δαπάναι, ὑστεροῦσαι μέν τοῦ ποσοῦ τῶν ρηθεισῶν ἐκκλησιαστικῶν προσόδων, θέλουσι ἀναπληροῦσθαι ἀπό τά λοιπά δημόσια εἰσοδήματα, οὐδέποτε δέ ἐν περιπτώσει περισσεύματος τῶν προσόδων αὐτῶν, τοῦ περισσεύματος τούτου θέλει γενεῖ χρῆσις ἄλλη μή ἀποβλέπουσαν τήν βελτίωσιν τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί τήν κοινήν ἐκπαίδευσιν ἐπιφυλάττεται διά ταῦτα εἰς τό Ἡμέτερον ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως γραμματείαν τῆς ἐπικρατείας τό δικαίωμα νά λαμβάνῃ γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν προσόδων τούτων καί νά προτείνῃ τά δέοντα συνεννοούμενη μετά τῆς ἐπί τῶν Οἰκονομικῶγν Γραμματείας ἐπιφορτίζονται τήν δημοσίευσιν καί τήν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος διατάγματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἀπριλίου 1843 ΟΘΩΝ ὁ ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως Γραμματεύς Ι. ΡΙΖΟΣ ὁ ἐπί τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματεύς Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ» Αὐτό ἦταν καί τό τέλος τοῦ πρώτου Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Ὅλα τά οἰκονομικά του ἔπεσαν στόν δημόσιο κορβανά καί ἔκτοτε ἐπηκολούθησε πλήρης σιωπή. Τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μοναστηριακῆς περιουσίας, τῆς τύχης τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καί τίς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, ἐπανέφερε ὁ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Μελέτιος Μεταξάκης. 34 Μέ ὑπόμνημα τοῦ 1920 πού ζητοῦσε καί τά ἰδιαίτερα βιβλία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καί τῆς ἐξ αὐτῶν προσόδου ἐγγραφῆς ἤ διαχείρισις αὐτῶν παρά τῆς ἐπί τῶν οἰκονομικῶν Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας παρατηρεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μελέτιος. «Εἶναι ἀδύνατον νά δεχθῇ τις, ὅτι ὁ ἀρχικός σκοπός τῆς ὑπό τῆς Κυβερνήσεως ὁριστικῆς καταλήψεως τῶν ¾ περίπτου τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας καί τῆς φορολογίας τῶν ἄλλων Μοναστηρίων δέν ἦτο πράγματι ἡ βελτίωσις τοῦ κλήρου καί ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ πρώτου τούτου μέρους θά ἐπερίσσευον χρήματα καί ἡ βοήθεια τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ὅμως ἐξετελέσθη ἡ σχετική τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀπόφασις, ἐπί τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους βαρύνει ἡ εὐθύνη ἀποδόσεως εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἐν ᾧ μέρος αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις δέν ἐξεπληρώθησαν. Ἐπιβάλλεται δηλονότι νά ἐξακριβωθῇ ὁποία ὑπῆρξε τῆς περιουσίας ταύτης ἡ πρόσοδος κατά τά διαρρεύσαντα 85 ἔτη, ὁποία ἐξ αὐτῆς πραγματική διά τήν Ἐκκλησίαν δαπάνη καί τό ὑπόλοιπον μετά τῶν σωζομένων κτημάτων καί κεφαλαίων νά ἐπιστραφῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ» Ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως στόν Ἀρχιεπίσκοπο Μελέτιο Μεταξάκη ἦταν ἡ ἑξῆς: «.......Προσφάτως ὅτι οὐδέ τά βιβλία, κτηματολόγια, καί λογιστικά τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ὑφίστανται πλέον, καέντα εἰς πρόσφατον ἐν τοῖς Γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου πυρκαϊᾶς» Ὁ τρίτος στόχος τῆς Ἀντιβασιλείας δηλαδή ἡ πλήρης διοικητική ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας στόν Κυβερνήτη ἤ τό Κράτος, 35 μετά τά ὅσα προηγήθηκαν καί ἔχουν ἤδη διατυπωθεῖ, ἦταν εὔκολος δρόμος. Ὁ νεαρός Ὄθων γράφει πρός τόν πατέρα του βασιλιά Λουδοβίκο στίς 13 Μαΐου 1832: «.... ἡ πνευματική ἀρχή τοῦ κλήρου τῆς χώρας θά μποροῦσε νά γίνει ἐπικίνδυνη γιά τόν κοσμικό ἄρχοντα, ἄν ὁ ἀνώτερος Κλῆρος συνιστοῦσε μιά ὁμάδα, καθόσον ὁλόκληρος ὁ κλῆρος κατόπιν θά ἔπαιρνε τό λαό μέ τό μέρος του ἐναντίον τοῦ ἄρχοντα. Νομίζω ὅτι θά μπορούσαμε νά ὑπερβοῦμε ὅλες αὐτές τίς δυσκολίες ἄν δημιουργούσαμε μιά σύνοδο ὑπό τήν διεύθυνση κάποιου μητροπολίτη πού θά ἦταν κάτι σάν τούς προέδρους τῶν δικῶν μας ἐπιτροπῶν καί οὐσιαστικά δέν θά εἶχε ἐξουσία. Σέ ὁρισμένα χρονικά διαστήματα ὁ ἄρχοντας θά μπορεῖ νά διαλέξει τά μέλη αὐτῆς τῆς συνόδου....»24 . Τό πνεῦμα αὐτό τῆς φιμώσεως καί αἰχμαλωσίας θά ἐπικρατήσει περίπου ἑβδομήνα χρόνια. 36 7. Τό νέο Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο (ΦΕΚ 270/Α΄/19-9-1909) καί ἡ Ἵδρυση τοῦ ΟΔΕΠ (ΦΕΚ 150/Α΄/10-5-1930). Οἱ Μεγάλες ἀπαλλοτριώσεις Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς περιόδου 1919-1920 ἔγραφε πρός τό Ὑπουργεῖο τῶν Ἐκκλησιαστικῶν «Τό Ταμεῖο τοῦτο ὑπό τήν πνοή τοῦ ἀνορθωτικοῦ τήν ὑπόστασή του λαβόν μέχρι μέν τῆς στιγμῆς αὐτῆς καταβάλλει τούς μισθούς τῶν Ἀρχιερέων, τῶν τοποτηρητῶν, τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ἑλλάδος, ὅλων τῶν Ἱεροκηρύκων, ὅλων τῶν καθηγητῶν τῶν ἱερῶν μαθημάτων, τίς ὑποτροφίες ὑπέρ τεσσαράκοντα ὑποτρόφων Ἐκκλησιαστικῶν καί Θεολογικῶν σπουδῶν καί τά γενικά ἔξοδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως˙ ἐπιπλέον τά πρός συντήρησιν τοῦ ἱερατικοῦ φροντιστηρίου καί τήν χορηγίαν ὑπέρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τά ὁποῖα κατά τήν λήξασαν ἐννιαετίαν ἀνῆλθαν εἰς 1.000.000 δρχ. ἐτησίως κατά μέσον ὅρον. Ἀπό τοῦ προσεχοῦς δέ ἔτους νά συνεισφέρη σημαντικῶς καί διά τήν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀξιοπρεποῦς συντηρήσεως καί μορφώσεως τοῦ κλήρου»25 . Ἡ ἀλλαγή ὅμως τῆς Βενιζελικῆς πολιτικῆς ὀφειλομένη καί στήν διχαστική τακτική τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν διάκριση τῶν Ἱεραρχῶν σέ Βενιζελικούς – Κωνσταντινικούς καί ἰδιαίτερα τό περίφημο βενιζελικό ἀνάθεμα ἀντέστρεψε ὅλο τό δημιουργημένο αἰσιόδοξο ἐκκλησιαστικό κλίμα. Ἀκολούθησε τό νομοθετικό διάταγμα «περί ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀγροτικῶν ἀκινήτων» σύμφωνα μέ τό ὁποῖο «κτήματα ἀνήκοντα εἰς μονάς ἤ ἄλλα συναφῆ ἱδρύματα ἀπαλλοτριώνονταν ἐν τῷ συνόλῳ ἐπί σκοπῷ ἐγκαταστάσεως ἀκτημόνων γεωργῶν ἤ ὁμογενῶν προσφύγων». 37 Τό Γενικόν Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο παρά τό δημιουργικό του ἔργον καταργεῖται καί στήν θέση του δημιουργεῖται ὁ ΟΔΕΠ (Ὀργανισμός Διοικήσεως Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας) μέ τούς αὐτούς σκοπούς. Μέ το ἴδιο ἱδρυτικό διάταγμα (ΦΕΚ 150 Α/10-5-1930) ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία διακρίνεται εἰς τήν Διατηρητέα, ἐκείνην δηλαδή πού ἦταν ἀπαραίτητη γιά τήν συντήρηση καί τήν ἐπιβίωσή της καί τήν ρευστοποιητέα, ἐκείνην πού θά μποροῦσε νά ἐκποιηθῆ πρός ὄφελος τῆς Ἐκκλησίας. Κατά τό σκεπτικό τά ἔσοδα ἐκ τῶν ἀπαλλοτριώσεων τῶν κτημάτων θά κατετίθεντο στό Ταμεῖον τοῦ ΟΔΕΠ πρός συνέχιση τοῦ ἔργου τοῦ καταργηθέντος Β΄ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Δωρόθεος γράφει: «. . . ἀρχίζει ἡ ἀπαλλοτρίωσις τσιφλικίων καί μεγάλων συμπαγῶν κτημάτων τῶν Ἱερῶν Μονῶν διά τήν ἀγροτικήν ἀποκατάστασιν καί διενεργοῦνται οὕτως οἱ ἀφαιρέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀξίας πολλῶν δισεκατομυρίων, χωρίς ἡ Ἐκκλησία νά ἐκφράσει παράπονον, καί ἔναντι τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν εἰς ταύτην 46 μόνο ἑκατομμύρια δραχμῶν καί ἔναντι των ὡς ἀποζημίωσις εἰς ὁμολογίας διά τοῦ νόμου 18/44 τά ὁποῖα ἐξανεμίσθησαν. Ἐάν προσθέσωμεν καί τήν διά τοῦ νόμου «περί ἀποσβέσεως ἀγροτικῶν χρεῶν» δηλαδή τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀγροτῶν ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως νά καταβάλλουν τό ποσοστό τοῦ τμήματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως πού τούς ἀναλογοῦσε καί ἐκείνου τοῦ «περί δραχμοποιήσεως» εἶναι δυνατόν νά γίνῃ ἀντιληπτός ὁ οἰκονομικός σεισμός, ὅστις, προστιθέμενης καί τῆς κατάστασης τῆς ἐποχῆς, ἔφερε τήν Ἐκκλησία εἰς τήν οἰκονομικήν θέσιν, ὥστε 38 νά ἐπαιτῆ τοῦτ’ αὐτό καί νά ἀναγκάζεται νά προστρέχει εἰς τό Κράτος ζητοῦσα παρ’ αὐτοῦ μετά τά ἀνωτέρω δάνειον πρός ἀντιμετώπισιν τῶν τρεχουσῶν ἀναγκῶν». 39 8. Σύμβασις Ἐκκλησίας – Πολιτείας Δέν ἄργησε νά ἔρθει καί τό τρίτο καταστροφικό πλῆγμα κατά τῆς ὑπολειφθείσης πλέον περιουσίας μέ τό Ν.Δ. 2185/1952 «Περί ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων πρός ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καί κτηνοτρόφων» καί τό Β. Διάταγμα «Περί κυρώσεως τῆς ἀπό 18 Σεπτεμβρίου 1952 Συμβάσεως μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ΟΔΕΠ) καί Δημοσίου (ΦΕΚ 289/8 Ὀκτ. 1952)». Μεταβιβάζονται εἰς τό Δημόσιον α) τό σύνολον τῶν καλλιεργησίμων ἀγρῶν ἐκ τῆς ρευστοποιητέας περιουσίας τοῦ ΟΔΕΠ (141.333) στρ. β) βοσκότοποι καί λειβάδια (601.544) στρ. δηλαδή συνολικά ἑπτακόσιες σαράντα χιλιάδες ὀκτακόσια ἑβδομήντα ἑπτά (742,877 στρ.), γ) ἀγροληπτικά καί ἐμφυτευτικά 32.043 στρ. Οἱ διαπραγματεύσεις γιά τόν σκοπό κράτησαν περίπου μιά πενταετία. Βάσις τῶν συζητήσεων ἦταν ἡ τακτοποίησις τοῦ θέματος τῆς μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου. Ἀξίζει νά διαβάσουμε κομμάτι ἀπό τά πρακτικά: «Ὁ Μακαριώτατος ἐσημείωσε διά μακρῶν ὅτι κατά τάς μέχρι τοῦδε γενομένας συζητήσεις ἐπεδείχθη ἐνδιαφέρον διά τήν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐφημερίων, τούς ὁποίους ἐτόνισεν δέν ἐπιθυμεῖ δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλά εἶναι ἐκ τῶν σπουδαίων ζητημάτων, διότι πολύ θά τόν βοηθήσει εἰς τήν ἀνάδειξιν τοῦ Κλήρου καί συνεπῶς τῆς Ἐκκλησίας. . . .» ἀκόμη «Ἐζήτησεν ἐπί πλέον ἡ Ἐκκλησία, Κύριε Πρόεδρε, καί τοῦτο δεῖγμα τῆς ἀπεριορίστου συμπαθείας Αὐτῆς πρός τούς ἐκ τῶν τέκνων της ἀκτήμονας, ὅπως διαμοιράση Αὕτη εἰς ἕκαστον τούτων, ἐπί τῇ βάσει ἐπισήμου πίνακος περί τῆς ἀκτημοσύνης του, τό ἀνῆκον ἐκ 40 τῆς οὕτω παραχωρουμένης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας τοῦτο δέ, διότι εἶναι δι’ Αὐτήν πικρά ἡ ἐκ τοῦ παρελθόντος πεῖρα, δεδομένου ὅτι, εἰς πάσας τάς ἐνεργηθείσας παραχωρήσεις, ὡς ἐπί τό πολύ, γαῖαι καί ἀστικά κτήματα μοναστηριακά παρεχωρήθησαν ὑπό τοῦ Κράτους οὐχί εἰς ἀκτήμονας, χάριν καί μόνον τῶν ὁποίων ἐδόθησαν, ἀλλ’ εἰς πλουσίους καί κτηματίας, καί εἰς ἐπισήμους ἀκόμη ἀλλά καί πρός τούς πολιτικούς φίλων τῶν τότε κυβερνώντων, χαρακτηρισθέντας ὡς ἀκτήμονας, οἵτινες ἐπώλησαν μετά ταῦτα τίς ἐκτάσεις αὐτάς καταστάντες πλουσιώτεροι ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας καί ἀναλώμασι τῶν πτωχῶν, ἀναπήρων καί ἀκτημόνων». Ὁ κ. Πιπέρος, Γενικός Γραμματεύς τοῦ Ὑπουργείου παρεμβαίνων ὑπέδειξεν ὅτι κατά τήν γνώμην του εὐκολωτέρα θά ἦτο ἡ λύσις διά μικρᾶς αὐξήσεως τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλείων ἤτοι τοῦ ἅλατος, τῶν πυρείων καί τοῦ φωτιστικοῦ πετρελαίου ὡς καί τῶν παιγνιοχάρτων . . . Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετά ἀνάλυσιν ἥν ἔκαμε τοῦ ζητήματος ἐκηρύχθη ὑπέρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πιπέρου, συνεφώνησαν δέ ὁ κ. Ὑπουργός ἐπί τῶν Οἰκονομικῶν καί ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος. Ἀνετέθη εἶτα εἰς τόν κ. Πιπέρον νά καταρτήση λεπτομερῆ πίνακα τῶν εἰσπράξεων, νά τόν μεταφράση εἰς τήν Ἀγγλικήν καί παραδώση εἰς τόν κ. Πρόεδρον, ὅστις ἀνέλαβε νά συνεννοηθῆ μετά τῶν Ἀμερικανῶν πρός τοῦτο. Ἐπίσης προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπί τῶν Θρησκευμάτων ἀπεφασίσθη, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγγείλη τήν ἡμέραν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως». Στά κείμενα τῶν Ἐκθέσεων φαίνεται ὁ ἀγώνας καί ἡ ἀγωνία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου προκειμένου νά ἀντιμετωπισθεῖ καί ἡ νέα 41 ληστρική διαρπαγή μεγάλου τμήματος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας. Ἐκ τῆς συμβάσεως Ἐκκλησίας – Πολιτείας παραμένουν ἀκόμη οἱ ἑξῆς ἐκκρεμότητες: α. Ἡ προβλεπομένη ὑπό τοῦ ἄρθρου 4. «Τά ὅρια τῶν παραχωρουμένων πρός τό Δημόσιον ἐκκλησιστικῶν κτημάτων νά καθορισθῶσιν ὁποτεδήποτε διά πράξεως Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἤ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἐξουσιοδοτουμένου ὀργάνου». β. Νά ἐκδοθῆ τό πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς συσταθείσης διά τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 312/9-3-1972 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑφυπουργῶν Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπί θεμάτων Γεωργίας, Οἰκονομικῶν, Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων, προκειμένου νά ἐξετάσει τίς διαφορές πού δημιουργήθηκαν μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ΟΔΕΠ) καί τοῦ Δημοσίου κατά τήν ἐφαρμογήν τῆς ἀπό 18-9-1952 Συμβάσεως. 42 9. Σήμερα Ἡ παράθεση ὅλων αὐτῶν τῶν ἱστορικῶν στοιχείων καί τεκμηρίων, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν μέρος μόνο ἑνός τεράστιου ὑλικοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ἀναγκαῖο νά μελετηθεῖ σέ βάθος καί νά μήν διαγραφεῖ ἀπό τήν ἱστορική μνήμη μέσα στήν προοπτική «νά ξαναγραφεῖ» ἡ ἱστορία, μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἀσφαλῆ πηγή ἱστορικῆς αὐτογνωσίας, ἀπαραίτητη σέ ὅλους μας ὄχι ὡς ξερή γνώση, ἀλλά πρώτιστα ὡς βάση τῶν προβληματισμῶν μας γιά τό μέλλον. Τό ὅτι καταφεύγουμε στήν ἐμπειρία τῆς ἱστορίας καί στήν ἀδιάψευστη μαρτυρία της δέν σημαίνει ὅτι εἴμαστε περιχαρακωμένοι σέ ἕναν ἄγονο ἱστορισμό οὔτε ὅτι διαβάζουμε τίς ἱστορικές πηγές μέ τόν μεγεθυντικό φακό ἑνός ἀπολογητικοῦ ναρκισσισμοῦ ἤ μιᾶς ἐπιθετικῆς αὐταρέσκειας. Ἔχουμε πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ὁ Κύριος «ἐξέδοτο γεωργοῖς» 26 τόν «ἀμπελῶνα του» καί ἐμεῖς ὡς τέτοιοι γεωργοί φέρουμε στούς ἀσθενεῖς μας ὥμους τήν μεγάλη εὐθύνη νά «ἀποδώσουμε καρπούς ἐν τοῖς καιροῖς ἡμῶν». Καί φυσικά μᾶς συνέχει ἡ ἀγωνία νά μήν ἐπιτρέψει ἡ ἀδέκαστη ἱστορία νά ἔχουμε τήν τύχη ἐκείνων τῶν κακῶν γεωργῶν, τούς ὁποίους «κακῶς ἀπολέσει αὐτούς» ὁ Κύριος. Μελετοῦμε τήν ἱστορική ἀλήθεια, διότι αὐτή μᾶς ἔχει διδάξει καί γιά δικά μας λάθη, γιά δικές μας ἀστοχίες, γιά ὅσα ἔχει παραχωρήσει καί ἀνεχτεῖ τό ἔλεος τοῦ Πανοικτίρμονος Κυρίου ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἡ ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι μία «στενή καί τεθλιμμένη ὁδός» μέ πολλές μεταβολές καί ἐνίοτε παραμορφώσεις μέσα στό χρόνο. Ἱστορικές ἀρχέγονες Ἐκκλησίες σήμερα δείχνουν νά ἔχουν χαθεῖ, μεγάλα μοναστικά κέντρα τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ μοναχισμοῦ ἔχουν σβήσει, 43 σημαντικές ἀνακατατάξεις ἐπισυμβαίνουν στόν ὀρθόδοξο κόσμο πολλές φορές μέσα ἀπό σχίσματα, διαιρέσεις, συγκρούσεις, συμφέροντα, ἀγκυλώσεις διαφόρων ἀποχρώσεων. Παράλληλα δέν ἔχουν ἐκλείψει οὔτε σήμερα οἱ διωγμοί τῶν χριστιανῶν, ἡ πολεμική κατά τῆς Ἐκκλησίας, συστηματικές καί ὀργανωμένες προσπάθειες νά μᾶς θέσουν στό περιθώριο τῆς ἱστορίας καί τῆς σύγχρονης ζωῆς. Ὅσο οἱ ἄνθρωποι κλείνουν τά μάτια τους στά διδάγματα τῆς ἱστορίας, τόσο ἡ τραγικότητά της θά ἀνακυκλώνεται. Καί ὅσο θά ὑπάρχουν δυνάμεις πού θά φαντασιώνονται τόν «θάνατο τοῦ Θεοῦ», τόσο θά συνεχίσει νά θανατώνεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ἡ ἱερότητα τῆς ζωῆς μέ τίς πανανθρώπινες οἰκουμενικές της ἀξίες. Καί τό ἐρώτημα τοῦ Ἱεροῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, παραμένει ἐξαιρετικά ἐπίκαιρο καί ἀφοπλιστικό: «Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν, καί οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο;» 27 . Ἡ ἱστορική ἀλήθεια εἶναι ἕνα πολύ χρήσιμο ἐργαλεῖο, γιά κάθε καλοπροαίρετο ἐρευνητή, γιά νά δώσει ἀπάντηση σέ αὐτό τό ἐρώτημα. Τό μέλλον δέν μᾶς φοβίζει, διότι ἡ γνώση ἀπομακρύνει τόν φόβο. Ὁ λόγος τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου δέν εἶναι ἕνα ρομαντικό εὐχολόγιο, ἀλλά ἀπόσταγμα ἐμπειρίας, πολύτιμο γιά τήν δική μας αὐτοσυνειδησία: «Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾷ· ἐπιβουλευομένη περιγίνεται· ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα, καί οὐ καταπίπτει ὑπό τῶν ἑλκῶν· κλυδωνίζεται, ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλά ναυάγιον οὐχ ὑπομένει· παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται· πυκτεύει, ἀλλ’ οὐ νικᾶται» 28 . 44 Μέσα ἀπό αὐτό τό πρῖσμα ἀπευθύνομαι σήμερα σέ σᾶς, τούς ἁγίους ἀδελφούς μου, στό Ἱερό Σῶμα τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά δώσω ἐρεθίσματα γόνιμου προβληματισμοῦ καί δυνατότητα οὐσιαστικοῦ μεταξύ μας διαλόγου ὄχι σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά στήν πράξη τοῦ σήμερα μέ τό βλέμμα μας στό αὔριο. Τί πολίτευμα θά θέλαμε; Ἀσφαλῶς ὄχι αὐτό πού ζήσαμε στή νεώτερη Ἑλλάδα μέχρι σήμερα. Ἐννοῶ αὐτό τῆς φρικτῆς καταπίεσης, ἐκεῖνο τῆς «σιωπῆς» ἤ τῆς καλῶς ὀνομασθείσης «Βαβυλώνειας αἰχμαλωσίας καί πολιτικῆς πατρωνίας μας» ἤ ἐκεῖνο τῶν δικτατοριῶν καί πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν. Θά ἤθελα νά σᾶς ὑπογραμμίσω: 1. Ὁποιαδήποτε πρόταση ἀναθεώρησης τοῦ Συντάγματος (ἄρθρο 110 παρ. 2) ἀπόκειται στήν πρωτοβουλία τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἡ ὁποιαδήποτε συζήτηση γύρω ἀπό τό θέμα αὐτό θά γίνει μέ διακομματική Ἐπιτροπή τῶν Κοινοβουλευτικῶν Κομμάτων καί ὄχι μέ ἐκπροσώπους τῆς Κυβέρνησης. α) Ἐπειδή μόνη ἡ Βουλή ἔχει τήν ἀναθεωρητική ἁρμοδιότητα, β) ἐπειδή τά θέματα σχέσεων Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί Ἑλληνικοῦ Κράτους ἔχουν σημασία δομική καί ἱστορική γιά τήν πορεία τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους καί δέν μποροῦν νά ἐπιλυθοῦν χωρίς συζήτηση μέ τό σύνολο τῶν κοινοβουλευτικῶν δυνάμεων, πού ἐκπροσωποῦν τόν Ἑλληνικό λαό. Θά ἤθελα νά τονισθεῖ, ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἀναθεωρητικές ἐπιδιώξεις, καμία σχέση δέν ἔχουν μέ τίς νομικές ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, πού προκύπτουν ἀπό τήν συμμετοχή της στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ὅμως μᾶς βομβαρδίζουν ἤ ἐκφοβίζουν οἱ ἐδῶ παράγοντες, καθώς εἶναι ζήτημα πού δέν ἀφορᾶ τούς πυλῶνες 45 τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνοποιητικῆς διαδικασίας. Χαρακτηριστικά τά κράτη μέλη τῆς Ε.Ε. τόνισαν στήν κοινή Δήλωση μέ ἀρθ. 11 τῆς Συνθήκης τοῦ Ἄμστερνταμ ὅτι: «Ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση σέβεται καί δέν προδικάζει τό σύμφωνα μέ τό ἐθνικό δίκαιο καθεστώς τῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκευτικῶν ἑνώσεων ἤ κοινοτήτων στά κράτη μέλη. Ἡ Ε.Ε. σέβεται μέ τόν ἴδιο τρόπο τό καθεστώς τῶν φιλοσοφικῶν καί ὁμολογιακῶν ἑνώσεων». 46 10. Χωρισμός Ἐκκλησίας – Πολιτείας Γιά τό κεφάλαιο αὐτό θά δανεισθῶ τίς σκέψεις τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ «Τό πρόταγμα τοῦ λεγομένου χωρισμοῦ ἐπαναλαμβάνεται ἀπό προφανῶς ἀμοίρους Νομικῆς παιδείας, οἱ ὁποῖοι μέ ἐφαλτήριο τό λεγόμενο ΄΄θράσος ἀγνοίας τους΄΄ θέτουν πρός κατεδάφιση ὅ,τι συνιστᾶ τό κράτος δικαίου πού ἐπί διακόσια χρόνια σχεδόν πύργωσε ὁ λαός μας μέ αἷμα καί ἱδρώτα. Τά κόμματα τῆς ἀριστερᾶς μέ τή γνωστή φιλοσοφικοκοινωνική βιοκοσμοθεωρία τοῦ κομμουνιστικοῦ κοσμοειδώλου, ὅπως γνώρισε τόν χωρισμό αὐτό ὁ καταρρεύσας ὑπαρκτός σοσιαλισμός στό ἀνατολικό μπλόκ πού στήν οὐσία ἦταν διωγμός τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, ἐλαύνονται ἀπό ἀποτυχημένα ἀθεϊστικά ἰδεολογήματα καί συναντῶται μέ τά ὑπόλοιπα κόμματα τοῦ νεοφιλελεύθερου χώρου κάτω ἀπό τίς ντιρεκτίβες τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τῆς Νέας Τάξεως…. Μιλοῦν γιά χωρισμό Ἐκκλησίας καί Κράτους, διάβαζε Ἔθνους ἐπικαλούμενοι δῆθεν προοδευτικά συνθήματα. Οἱ ἀντιλήψεις ὅμως περί χωρισμοῦ εἶναι τοῦ περασμένου αἰώνα πού γεννήθηκαν κάτω ἀπό μισαλλόδοξο ἀντιθρησκευτικό καί ἀντικληρικαλιστικό λαϊκιστικό πνεῦμα, πού δέν συμβιβάζεται μέ τίς σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές καί θρησκευτικές ἀντιλήψεις». Ὁ χωρισμός χωρίς νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἡ συλλειτουργία τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν, ἡ ἰδιομορφία τοῦ πολιτιστικοῦ καί Ἐθνικοῦ παρελθόντος, οἱ ἀντιλήψεις καί ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι μία ἀφελής συνθηματολογία πού περιέχει μόνο ἄγνοια καί προκατάληψη». 47 Ἡ προσωπική μου ἄποψη εἶναι, ὅτι ἡ Πολιτεία οὔτε θέλει, ἀλλ’ οὔτε μπορεῖ πράγματι νά χωρισθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ ὅρους κοινωνίας, ὅπως δέν μπορεῖ νά χωρισθῆ ἀπό ὁποιαδήποτε «γνωστή θρησκεία». Προφανῶς μπορεῖ ἡ Πολιτεία νά ἐπιβάλη μέ ἰδεολογικά κριτήρια τόν χωρισμό τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς θεσμικές λειτουργίες τοῦ Κράτους, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἐπιβάλη καί τόν χωρισμό τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Κοινωνία, ἀφ’ ἑνός μέν γιατί ὁ ὅρος χωρισμός δέν ὑπάρχει στήν πνευματική ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνάπτει καί τά διεστῶτα, ἀφ΄ ἑτέρου δέ γιατί ἡ ἐντυπωσιακή ἱστορική ἀντοχή τῆς πνευματικῆς σχέσεώς της μέ τόν λαό παραμένει ἀλώβητη ἤ καί ἐνισχύεται ἀπό τίς ἰδεολογικές προκλήσεις, ὅπως ἀποδείχθηκε ἐπίσης ἀπό τήν ἱστορική ἀντοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς στήν καταπιεστική τῶν καθεστώτων τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὀφείλει νά ὁρίζει τίς σχέσεις της πρός τήν Πολιτεία μέ ὅρους κοινωνίας καί ὄχι μέ ὅρους ἰδεολογίας, δέν γνωρίζει τόν ὅρο «χωρισμός» στήν πνευματική της ἀποστολή, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά τόν ἐφαρμόσει στήν κοινωνία, ἔστω καί ἄν ἐπιβληθῆ μονομερῶς ἀπό τήν Πολιτεία μέ ἰδεολογικούς ὅρους, γι΄ αὐτό τήν ὁριστική ἀπάντηση στό ζήτημα αὐτό τή δίνει πάντοτε, «θᾶττον ἤ βράδιον» ὁ ἴδιος ὁ εὐλαβής ἑλληνικός λαός. Ἡ Ἐκκλησία κατά τήν ἄποψή μου δέν πρέπει νά ζητήσει ποτέ τόν χωρισμό ἀπό τό λαό της, γιατί αὐτό ἐπιδιώκεται. Ἐκεῖ ἀποβλέπει τό ἐγχείρημα. Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξε, εἶναι καί θα ὑπάρχει μάνα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ μέ ὅ,τι αὐτό σημαίνει. Ἡ Πολιτεία ἄν τό θελήσει καί ἔχει τήν συγκατάθεση αὐτοῦ τοῦ λαοῦ ἄς τό ἐπιχειρήσει τηρώντας βεβαίως τίς ὑποχρεώσεις πού ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας καί τίς σχετικές συμβάσεις. 48 Τό ζήτημα τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας ὑπῆρξε πάντοτε μεῖζον θέμα γιά δύο ὁλόκληρες χιλιετίες καί προκάλεσε πάντοτε ἀπρόβλεπτες πολιτικές, ἐκκλησιαστικές καί κοινωνικές ἐντάσεις, ἰδιαίτερα ὅταν ἀντιμετωπίσθηκε ἀπό τίς δύο πλευρές μέ δογματική ἰδεολογική ἤ ἐκκλησιαστική ἐσωστρέφεια. Οἱ σοβαρότερες κρίσεις σχέσεως Ἐκκλησίας καί Πολιτείας πάντοτε κατέληξαν σέ συμβατικές ρυθμίσεις μετά ἀπό ὀξύτατες καί ἀλυσιτελεῖς ἀντιπαραθέσεις, οἱ ὁποῖες ὑπῆρξαν πάντοτε ὀδυνηρές γιά τούς χριστιανικούς λαούς τόσο τῆς Ἀνατολῆς ὅσο καί τῆς Δύσης καί μέ σύγχρονες προοπτικές. Ἡ σύνδεση τῆς προτάσεως γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος μέ τήν ἰδεολογική πρότασή του γιά χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ὑπερβαίνει τά ὅρια ἁρμοδιοτήτων ὄχι μόνον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἄλλωστε οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας οὔτε εἶναι, οὔτε μπορεῖ νά εἶναι μιά προσωπική ἤ ἰδεολογική ὑπόθεση ἐργασίας, ἀφοῦ εἶναι ὑπόθεση ἑνός λαοῦ καί μάλιστα ὄχι μόνο μέ μεγάλο ἱστορικό βάθος. Ὅλη αὐτή ἡ ἐπιδίωξις εἶναι ρῆξις ἰδεῶν. 49 11. Διακριτοί Ρόλοι Οἱ διακριτοί ρόλοι ἤδη ὑπάρχουν, ὅπως ἀναφέρει ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας στό βιβλίο του «Ἡ ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος. Ὑπό τό πρίσμα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐμπειρίας». Κατ’ αὐτόν «οἱ διακριτοί ρόλοι προκύπτουν ἀπό τή συγκρότηση τοῦ περιγράμματος τοῦ Κράτους δικαίου δηλ. ἀπό τήν συνταγματική καί ἔννομη τάξη καί εὑρίσκονται στά ὅρια ἐκκοσμικεύσεως τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας ὑφισταμένου τοῦ πολυθρύλητου διαχωρισμοῦ». Οἱ συμβατικές αὐτές ρυθμίσεις καθόρισαν πάντοτε τά ὅρια τῶν «διακριτῶν ρόλων» τῆς πολιτικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας στό ἑνιαῖο σῶμα τῶν χριστιανικῶν λαῶν γιά νά προλαμβάνονται ἤ νά περιορίζονται ἀνεπιθύμητες συγχύσεις ἤ αὐθαίρετες ὑπερβάσεις τῶν θεσμικῶν ὁρίων, οἱ ὁποῖες ζημιώνουν δυστυχῶς ὄχι μόνον τίς διμερεῖς σχέσεις τους, ἀλλά καί τήν ἰδιαίτερη ἀναφορά τους στούς χριστιανούς πολίτες τοῦ κράτους. Ἡ ἔννοια καί τό περιεχόμενο τῶν συμβατικῶν ρυθμίσεων διαμορφώθηκαν μέ διαφορετικά πολιτικά, ἐκκλησιαστικά, ἐθνικιστικά ἤ ἰδεολογικά κριτήρια δύο συναπτῶν χιλιετιῶν, γι’ αὐτό προσαρμόσθηκαν στά ἀντίστοιχα κριτήρια κάθε ἐποχῆς καί καθόρισαν μέ διαφορετικούς τρόπους τόσο τήν ἔννοια, ὅσο καί τό περιεχόμενο κάθε συγκεκριμένης συμβατικῆς ρυθμίσεως ἤτοι ἀπό τήν ἀντιθετική ἤ καί ἐχθρική σχέση μέχρι τήν ἁρμονική συζυγία στή θεσμική του λειτουργία. Ἔτσι, ἄλλη ἦταν ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας στή ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, μέ τήν ἐχθρική στάση τῆς κρατικῆς ἡγεσίας ἔναντι τῶν χριστιανῶν κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες, ἄλλη ἦταν ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας στή βυζαντινή αὐτοκρατορία, μέ τήν ἁρμονική ἀλληλέγγυα συζυγία τῶν 50 θεσμικῶν λειτουργιῶν τῆς κρατικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, καί ἄλλη ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἤ τῆς Θρησκείας γενικότερα μετά τούς νεώτερους χρόνους, μέ τήν προβολή ἤ καί τήν ἐπιβολή τῶν ἐθνικιστικῶν ἤ τῶν ἰδεολογικῶν κριτηρίων τῆς ἐκκοσμικευμένης πολιτικῆς θεωρίας στίς δομές καί στίς λειτουργίες τοῦ σύγχρονου κράτους. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στό νεώτερο Ἑλληνικό κράτος δοκιμάσθηκαν σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τοῦ νομοθετικοῦ πολιτειοκρατικοῦ συνδρόμου τῆς κρατικῆς ἐξουσίας γιά τίς σχέσεις της μέ τήν Ἐκκλησία, τό ὁποῖο προκάλεσε ἐπικίνδυνες συγχύσεις ὄχι μόνο στούς διακριτούς ρόλους τους, ἀλλά καί στή συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οἱ συγχύσεις αὐτές προέβαλλαν πάντοτε τά ἰδεολογικά κριτήρια τοῦ νεώτερου νομικοῦ πολιτισμοῦ γιά νά ἀμφισβητήσουν ἤ γιά νά περιορίσουν τόν παραδοσιακό θεσμικό ρόλο τῆς Ἐκκλησίας στήν ἱστορική πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά τό ἱστορικό βάθος τῆς πνευματικῆς σχέσεώς του μέ τήν Ὀρθοδοξία ἀποδυνάμωσε ἤ καί ἀκύρωσε μέ ὅρους κοινωνίας ὅ,τι ἐπιβαλλόταν μέ ὅρους ἰδεολογίας. Ἐν τούτοις, οἱ ἀπρόβλεπτες αὐτές δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τίς Ὀρθόδοξες Κυβερνήσεις ἀπειλοῦσαν καί τόν ἐσώτατο σκληρό πυρῆνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως, γιατί ἀπειλοῦσαν τήν ἀπρόσκοπτη λειτουργία τῆς παραδοσιακῆς πνευματικῆς της σχέσεως μέ τό ἐκκλησιαστικό της σῶμα. Ἡ κοινή ὅμως ἀναφορά τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας στό ἴδιο σῶμα, δηλαδή τόν λαό, δέν καταργεῖ καί τήν ἰδιαιτερότητα τῆς ἀποστολῆς τους. Ἀποστολῆς πού προσδιορίζει καί τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς σχέσεως πρός τό κοινό τους σῶμα δηλαδή τό λαό. Ποιά εἶναι ἡ 51 εἰδοποιός διαφορά; Ἡ Πολιτεία γεννιέται ἀπό τούς πολίτες της, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία γεννάει τά μέλη της. Συνεπῶς, ἐνῶ ἡ σχέση τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας μέ τούς πολίτες εἶναι συμβατική, ἀντιθέτως ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τά μέλη της εἶναι μητρική, γι’ αὐτό οἱ ρόλοι τους εἶναι ὄχι μόνο διακριτοί, ἀλλά καί διαφορετικοί, ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση ρόλων ἀπειλεῖ τήν ταυτότητα καί τῶν δύο θεσμικῶν ἐκφράσεων μιᾶς συντεταγμένης πολιτείας. Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἐπικίνδυνες συγχύσεις τῆς περιόδου τῆς πρόσφατης δικτατορίας στήν χώρα μας κατέστησαν αἰσθητότερη τήν ἀνάγκη συμβατικῆς ρυθμίσεως σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, μέ ἰδιαίτερη μάλιστα ἔμφαση στή συνταγματική κατοχύρωση τῶν διακριτῶν ρόλων τους στή σύγχρονη κοινωνία τῶν πολιτῶν. Ἡ προετοιμασία λοιπόν ἑνός συγχρόνου σχεδίου Συντάγματος γιά τόν ἐκσυγχρονισμό τοῦ κράτους ἀποφασίσθηκε ἀπό τήν Κυβέρνηση ἐθνικῆς ἑνότητας, γι’ αὐτό χαρακτηρίσθηκε Συντακτική ἡ Βουλή, ἡ ὁποία προέκυπτε ἀπό τίς ἐκλογές τοῦ 1974, ἐνῶ ζητήθηκε ἀπό τά κόμματα ἡ ὑποβολή σχετικῶν προτάσεων. Στό πλαίσια αὐτά ἐντάχθηκαν καί οἱ προτάσεις γιά τήν προσαρμογή τῶν παραδοσιακῶν σχέσεων στίς ἀρχές τοῦ νομικοῦ πολιτισμοῦ γιά τίς σχέσεις τῆς κρατικῆς ἐξουσίας μέ τή θρησκεία, μέ γνώμονα μάλιστα τήν πλήρη κατοχύρωση τόσο τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ὅσο καί τῶν ἀρχῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ προκύψασα ἀπό τίς ἐκλογές τοῦ 1974 Βουλή ἦταν Συντακτική καί ἔδωσε ἀπόλυτη προτεραιότητα στήν ἐπεξεργασία τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου Συντάγματος, ἡ ὁποία ἀνατέθηκε σέ μιά πολυμελῆ Κοινοβουλευτική Ἐπιτροπή, μέ τήν ἀποστολή μάλιστα 52 νά ἀξιοποιήσει ὅλες τίς προτάσεις τῶν κομμάτων καί γιά τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Βεβαίως, οἱ σχετικές προτάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δέν ἀποσυνδέθηκαν ἀρχικῶς ἀπό τό πολιτειοκρατικό σύνδρομο τῶν προηγουμένων συνταγμάτων, ἀλλά συμπληρώθηκαν μέ προσθῆκες καί διευκρινίσεις τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων στά περί θρησκείας ἄρθρα τοῦ Συντάγματος (3, 13, 16, 18, 105, 119 κ. ἄ.), οἱ ὁποῖες ὑποστηρίχθηκαν ἀπό τόν καθηγητή Παν. Ζέπο, ὡς ὑπουργό Παιδείας καί Θρησκευμάτων, καί ἔγιναν δεκτές ἀπό τήν συντριπτική πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἔτσι, διαμορφώθηκε τό νέο συνταγματικό πλαίσιο γιά τήν πληρέστερη ἀποσαφήνιση τῶν «διακριτῶν ρόλων» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς τῆς «Ἐπικρατούσας Θρησκείας» καί τῆς Πολιτείας στίς θεσμικές λειτουργίες τοῦ κράτους. Ἀπό τήν ἐμπειρία τεσσάρων περίπου δεκαετιῶν ἀπό τήν ψήφισή του εἶναι κοινή καί θεμελιωμένη ἡ ἔγκριτη γνώμη διαπρεπῶν συνταγματολόγων ὅτι οἱ νέες διατάξεις στά σχετικά μέ τή θρησκεία ἄρθρα εἰσήγαγαν μέ διακριτικό τρόπο μιά συμβατική ρύθμιση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἡ ὁποία καθορίζει μέ σαφήνεια τά ὅρια τῶν διακριτῶν ρόλων τους στή λειτουργία τοῦ κράτους. Οἱ σημαντικότερες λοιπόν προσθῆκες καί διευκρινίσεις ἐπικεντρώθηκαν κυρίως στό ἀκροτελεύτιο ἐδάφιο 3 παράγρ.1, τό ὁποῖο ἀναφέρεται ἁπλῶς στά καθιερωμένα κανονικά ὄργανα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καί τήν Διαρκῆ Σύνοδο, ἀφοῦ ὅλες οἱ τριβές στίς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Πολιτεία προέκυπταν πάντοτε ἀπό τίς μονομερεῖς ἤ καί αὐθαίρετες ἐπεμβάσεις τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων στήν 53 ἐσωτερική διοίκηση καί λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς τό ἄρθρο 3 στό σύνολό του ἀναφέρεται εἰδικότερα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τονίζει ὅτι εἶναι ἡ «ἐπικρατοῦσα» θρησκεία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤτοι ὅπως σέ ὅλα τά μετά τήν Ἑλληνική ἐπανάσταση (1821) συντάγματα, μέ σαφῶς οὐδέτερο ἤ ἁπλῶς διαπιστωτικό χαρακτῆρα, ἤτοι χωρίς καμμία προνομιακή διάκριση. Ὅσο γιά τήν οὐδετερότητα τῆς Πολιτείας ἔναντι ὅλων τῶν νομίμως ὑφισταμένων στό ἑλληνικό κράτος «γνωστῶν θρησκειῶν» καί γιά τήν ἰσότητα δικαιωμάτων καί ὑποχρεώσεων ὅλων τῶν «γνωστῶν θρησκειῶν» ἔναντι τῆς Πολιτείας, αὐτά ρυθμίζονται μέ τό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως ἡ σαφής συνταγματική ὁριοθέτηση τῶν διακριτῶν ρόλων προσφέρει ἕνα σύγχρονο συνταγματικό πλαίσιο, μέ γνώμονα μάλιστα τήν ἐπιτακτική ἀνάγκη νομικῆς προστασίας τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τόσο γιά τήν «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» ὅσο καί τίς νομίμως ὑφιστάμενες στήν Ἑλλάδα ἄλλες «γνωστές θρησκεῖες». Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ πρύτανις τῶν νεωτέρων συνταγματολόγων Ἀριστόβουλος Μάνεσης μέ τόν ἐπίσης ἔγκριτο καθηγητή Βαβοῦσκο, σέ ἐκτενῆ ἀξιολόγηση τοῦ νέου συνταγματικοῦ πλαισίου γιά τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας (1975) κατέληξαν στό αὐτονόητο συμπέρασμα, ὅτι ὁ συντακτικός νομοθέτης ἔθεσε ὡς ἀφετηρία τήν παραδοσιακή ἀρχή τῆς συναλληλίας ἤ τῆς συνεργασίας τῶν δύο αὐτῶν θεσμικῶν ἐκφράσεων τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἀλλά μέ τίς νέες διατάξεις εἰσήγαγε τή σταδιακή ἀποσύνδεσή τους στίς ἐσωτερικές τους λειτουργίες. Ἡ ἀποσύνδεση λοιπόν αὐτή ὁδήγησε τελικῶς σέ ἕνα ἰδιότυπο διοικητικό διαχωρισμό τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Κράτος, τά 54 ὅρια τοῦ ὁποίου καθορίζονται μέ συμβατική νομοθετική ρύθμιση, ἤτοι κατά τό «σύστημα τῆς ὁμοταξίας». Ἡ συντακτική Βουλή, ἡ ὁποία ψήφισε τό ἰσχύον Σύνταγμα, μέ τή συντριπτική μάλιστα πλειοψηφία τῶν 2/3 περίπου τῆς Ὁλομελείας της, ψήφισε μέ τήν ἴδια πλειοψηφία καί τόν προβλεπόμενο ἀπό τό ἄρθρο 3 παράγρ. 1, τοῦ Συντάγματος, ἐκτελεστικό νόμο 590/1977 «Περί τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει τίς ἐπιταγές τῶν ἄρθρων 3 καί 13 τοῦ Συντάγματος γιά «τούς διακριτούς ρόλους» μέ ἐντυπωσιακή μάλιστα πιστότητα στό βούλευμα τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτη. Οἱ ἐπιταγές τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος γιά τήν ἐσωτερική αὐτοτέλεια τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι στή συγκρότηση, τή λειτουργία, τίς ἁρμοδιότητες καί τίς ὑποχρεώσεις ὅλων τῶν θεσμικῶν διοικητικῶν της ὀργάνων ἀναπτύσσονται ἐκτενῶς καί λεπτομερῶς στά ἄρθρα 1-36 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη, ἐνῶ οἱ ἐπιταγές τοῦ ἄρθρου 13 γιά τήν «ἴση προστασία τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν», ἤτοι καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, προβάλλονται μέ περιεκτικό τρόπο στά ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη, γιά νά προσδιορισθῆ προφανῶς ἡ «ἐξουσιοδότηση γιά τήν ἄσκηση ἀπό τά ἁρμόδια Συνοδικά ὄργανα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας σέ ὅλα τά ἐσωτερικά ζητήματα πίστεως, λατρείας καί ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος (Sacra interna corporis)». Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι, ὅπως ὁ συντακτικός νομοθέτης κατοχύρωσε τό ἐσωτερικό δίκαιο τῆς «ἐπικρατούσας θρησκείας» καί τῶν ἄλλων «γνωστῶν θρησκειῶν» ἔτσι καί ὁ κοινός νομοθέτης ἀναγνώρισε μέ τίς σχετικές διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη ἀφ’ ἑνός μέν ὅλους τούς διοικητικούς 55 θεσμούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ τό δικαίωμα ἀσκήσεως νομοθετικῆς ἐξουσίας σέ ἀμιγῶς ἐσωτερικά ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ νομοθετική αὐτή περιγραφή τῶν ὁρίων τῶν «διακριτῶν ρόλων» κατά τήν ἐπιταγή τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἔχει σαφῶς τόν χαρακτῆρα μιᾶς «Συμβατικῆς ρυθμίσεως» τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, κατά τόν τύπο τῶν «Κογκορδάτων» τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Δύσεως, ἀφοῦ διακηρύσσει τόσο τόν σεβασμό τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί τήν βούληση γιά ἐποικοδομητική συνεργασία πρός τό συμφέρον τοῦ λαοῦ. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ Εἰσηγητική ἔκθεση τοῦ Ὑπουργοῦ ΥΠΕΠΘ γιά τόν Καταστατικό Χάρτη εἰσάγεται μέ τή χαρακτηριστική δήλωση, ὅτι ὁ Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό ἐσωτερικό της δίκαιο, ἤτοι οἱ ἱεροί Κανόνες, ἀλλά γιά τίς σχέσεις μέ τήν Πολιτεία εἶναι ἀναγκαία ἡ νομοθετική κατοχύρωση μιᾶς «συμβατικῆς ρυθμίσεως», ἤτοι ἡ ὁριοθέτηση τῶν «διακριτῶν ρόλων». Τά ὅρια λοιπόν αὐτά καθορίζονται ρητῶς στό ἄρθρο 2 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη, ὅπου ὁρίζονται οἱ βασικοί τομεῖς κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, γιά τούς ὁποίους εἶναι ἀναγκαία ἡ ὀφειλετική, ἡ κοινή συνεργασία, ἤτοι γιά ζητήματα: α) ἀγωγῆς τῶν νέων, β) γάμου καί διαζυγίου, γ) θρησκευτικῆς ὑπηρεσίας στρατοῦ, δ) προστασίας τῆς θρησκευτικῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς καί ε) φιλανθρωπικῆς διακονίας. Συνεπῶς οἱ «διακριτοί ρόλοι» ὅπως αὐτοί ὁρίζονται στά ἄρθρα 3 καί 13 τοῦ Συντάγματος, εἶναι σαφῶς καθορισμένοι στόν Καταστατικό Χάρτη ὡς μία ἐπίσημη «συμβατική ρύθμιση», ἡ ὁποία ἀποδείχθηκε λειτουργική, ἀλλά εἶναι συναινετική, ἐπειδή 56 εἶναι αὐτονόητη τόσο μέ ὅρους ἰδεολογίας, ὅσο καί μέ ὅρους κοινωνίας. 57 12. Νομοθετικές λύσεις σέ ἐκκλησιαστικά θέματα. (Φεβρουάριος 2008 – Σεπτέμβριος 2016) 1. Σύσταση ἑνός διαρκοῦς ὀργάνου διαλόγου καί διαβουλεύσεως μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Πρόκειται γιά τήν «Ἐπιτροπή γιά τή μελέτη καί ἐπίλυση θεμάτων πού ἀπασχολοῦν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» (συστήθηκε μέ τήν Ἀπόφαση Πρωθυπουργοῦ Υ 332/23.5.2011, ΦΕΚ Β΄ 963/24.5.2011). 2. Oἱ ἀποσπώμενοι στό ἐξωτερικό ἱερεῖς συνεχίζουν νά ἀμείβονται ἀπό τήν ὀργανική θέση, πού κατέχουν ὡς ἐφημέριοι, καί ὄχι τήν ἐκκλησιαστική ἀρχή τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἀποτελεῖ σημαντικό μέτρο ἐνίσχυσης σέ ἀνθρώπινο δυναμικό τῶν Πατριαρχείων καί τῶν Μητροπόλεων τῆς ὁμογένειας στό ἐξωτερικό (ἄρθρο 25 ἐδάφ. 3 τοῦ νόμου 4024/2011, ΦΕΚ Α 226/27.10.2011). 3. Καταργήθηκε ἡ ὑποχρεωτική ἄδεια Ὑπουργοῦ Γεωργίας (ἄρθρο 2 Ν. 3250/1924, Α 324) γιά τήν ἐκποίηση ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων ὡς πρός τήν ἔκταση πέραν τῶν 250 τ.μ. (καταργήθηκε μέ τό ἄρθρο 37 παρ. 1 περ. α τοῦ Νόμου 4061/2012 (ΦΕΚ Α 66/22.3.2012). 4. Μέ τό Προεδρικό Διάταγμα 53/2012 διατηρήθηκε σέ ἰσχύ τό εἰδικό σύστημα ἀξιολόγησης τῶν κληρικῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀναγνωρίζοντας ἔτσι ἡ Πολιτεία τήν μή 58 ἔνταξη τῶν ἱερέων στήν τάξη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων (ΦΕΚ Α 105/30.4.2012). 5. Λύθηκε μία δημοσιονομική ἐκκρεμότητα τῆς μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου διότι ὁ ἐκτός κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ λογαριασμός μέ τίτλο «Κεφάλαιο πρός πληρωμή μισθοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου» ἐντάχθηκε πλέον στόν προϋπολογισμό τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων καί οἱ ἀποδοχές τοῦ μέχρι τότε ἀμειβόμενου ἀπό τό Κράτος κληρικοῦ καί λαϊκοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἱ. Μητροπόλεων ἐντάσσονται στήν Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῆς (ἄρθρο 13 παρ. 5 τοῦ νόμου 4111/2013, ΦΕΚ Α 18/25.1.2013). 6. Ἀναγνωρίσθηκαν ἀναδρομικά ἀπό τήν Πολιτεία ὡς ἁρμοδίως ἐκδοθεῖσες ὅλες οἱ οἰκοδομικές ἄδειες τῆς Ναοδομίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τῆς καταργήσεως τοῦ Ο.Δ.Ε.Π. (13.10.1988) ἕως τήν ἔναρξη ἰσχύος τοῦ νόμου (ἄρθρο 25 τοῦ νόμου 4122/2013, ΦΕΚ Α 42/19.2.2013). Ἔτσι ἐπιλύθηκε μία ἀμφιβολία πού εἶχε δημιουργηθεῖ στήν νομολογία τῶν δικαστηρίων. 7. Τά ἀκίνητα τῶν νομικῶν προσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μποροῦν νά ὑπαχθοῦν πλέον στήν νομοθεσία γιά «στρατηγικές ἐπενδύσεις» ἰδιωτῶν (ἄρθρο 5 παρ. 4 τοῦ νόμου 4146/2013, ΦΕΚ Α 90/18.4.2013), ἀλλά καί νά γίνει πολεοδομική ὡρίμανσή τους καί νά ἀποκτήσουν χρήση γῆς, ἐάν δέν ἔχουν 59 (ἄρθρο 69 τοῦ νόμου 4170/2013, ΦΕΚ Α 163/12.7.2013 = ἄρθρο 17Β Ν. 3986/2011). 8. Ἐξαιρέθηκαν τῆς κατεδαφίσεως οἱ λατρευτικοί χῶροι τῶν γνωστῶν θρησκειῶν ἤ Βακουφίων Δυτ. Θράκης καί μποροῦν νά τακτοποιοῦνται χωρίς τήν καταβολή παραβόλου καί εἰδικοῦ προστίμου (ἄρθρο 16) καί ἱδρύθηκε Ὑπηρεσία Δομήσεως (Υ.ΔΟΜ.) στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί Κεντρικό Συμβούλιο Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχιτεκτονικῆς (ἄρθρο 53 νόμου 4178/2013, ΦΕΚ Α 178/8.8.2013). Ὁμοίως ἐξαιρέθηκαν καί οἱ βοηθητικοί ὑποστηρικτικοί χῶροι τῶν λατρευτικῶν χώρων Ν.Π.Δ.Δ. τῶν γνωστῶν θρησκειῶν ἤ Βακουφίων Δυτ. Θράκης χωρίς τήν καταβολή παραβόλου καί εἰδικοῦ προστίμου (ἄρθρο 10 νόμου 4237/2014 (ΦΕΚ Α 36/12.2.2014) = ἄρθρο 16 παρ. 1 περ. δ Ν. 4178/2013). Ὁμοίως ἐξαιρέθηκαν καί οἱ χῶροι λατρείας τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ν.Π.Ι.Δ. τοῦ Ν. 590/1977 (Ἱδρύματα, Μουσεῖα κ.λπ.) μέ τούς βοηθητικούς τους χώρους ἐξαιροῦνται ἀπό τήν κατεδάφιση χωρίς παράβολο καί εἰδικό πρόστιμο (ἄρθρο 46 ν. 4301/2014). 9. Ἐπίσης, ὁ νομοθέτης ἐπέτρεψε τήν σύνταξη συμβολαιογραφικῶν πράξεων τακτοποιήσεως τῆς κυριότητας γιά (στερούμενα τίτλων ἰδιοκτησίας) ἐκκλησιαστικά ἀκίνητα (ἐπεκτείνοντάς τις ρητῶς καί ὑπέρ τῶν Μονῶν) καί μάλιστα ἀπό τόν ἴδιο τόν νόμιμο ἐκπρόσωπό τους κατά ἄρθρα 8 Ν. 60 3800/1957, 88 Α.Ν. 2200/1940, 62 Ν. 590/1977, προκειμένου νά ἐκδοθεῖ οἰκοδομική ἄδεια ἀπό τόν νόμιμο ἐκπρόσωπο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομικοῦ προσώπου (ἄρθρο 53 ν. 4178/2011, ΦΕΚ Α 178/8.8.2013 = ἄρθρο 2 παρ. 2 ν. 4030/2011). 10. Συστάθηκε ἀνώνυμη ἑταιρεία μέ τήν συμμετοχή Δημοσίου καί Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν (Ἀνώνυμη Ἑταιρεία Ἀξιοποίησης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκίνητης Περιουσίας-Ε.Α.Ε.Α.Π.) γιά τήν ἀξιοποίηση ἀκινήτων τῆς τελευταίας ἤ καί ἄλλων Μητροπόλεων μέ ἐξ ἡμισείας ἀπόληψη ἐσόδων τῶν δύο ἑταίρων (ἄρθρο 83 νόμου 4182/2013, ΦΕΚ Α 185/10.9.2013). 11. Μέ τόν νόμο 4235/2014 (ΦΕΚ Α 32/11.2.2014): α. Δόθηκε ἐνιαύσια προθεσμία γιά δημοσίευση μή δημοσιευθεισῶν στό Φ.Ε.Κ. πράξεων διορισμῶν (πού ἐκδόθηκαν ἕως τό 2010) ὑπηρετούντων κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, Ἱ. Μητροπόλεων Δωδεκανήσου, μέ ἀναδρομική ἰσχύ (ἄρθρο 68 παρ. 1 ὑποπαρ. 1). Ἡ προθεσμία καταργήθηκε καί πλέον ἐπιτρέπεται χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό ἡ δημοσίευση μέ ἀναδρομική δύναμη πράξεων διορισμῶν κληρικῶν, πού ἐκ παραδρομῆς δέν εἶχαν δημοσιευθεῖ (55 παρ. 2 τοῦ ν. 4386/2016, ΦΕΚ Α΄ 83/11.5.2016), ὅπως ἀκριβῶς ἐπιτρέπεται καί γιά τούς δημοσίους ὑπαλλήλους. β. Ἐξαίρεση ἀπό Δημόσιο Τομέα: τά Ν.Π.Δ.Δ. – Ν.Π.Ι.Δ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς Κρήτης, Ἱ.Μ. Δωδεκανήσου, οἱ 61 Ἰσραηλιτικές Κοινότητες, ὁ Ὀργανισμός Περιθάλψεως καί Ἀποκαταστάσεως Ἰσραηλιτῶν Ἑλλάδος, οἱ Πατριαρχικές Μονές, τό Π.Ι.Ι.Ε.Τ. ἐξαιροῦνται ἀπό τίς διατάξεις γιά τό Δημόσιο Τομέα καί τή Γενική Κυβέρνηση ὡς πρός τήν ὀργάνωση, διοίκηση, ἐν γένει περιουσιακή καί λογιστική διαχείρισή τους, ἐκτός ἐάν εἰδική διάταξη προβλέπει τήν ὑπαγωγή τους (ἄρθρο 68 παρ. 1 ὑποπαρ. 3). Ἡ ἐξαίρεση αὐτή κατοχυρώνει περισσότερο τήν θρησκευτική αὐτονομία καί αὐτοδιοίκηση τῶν ἐσωτερικῶν ὑποθέσεών τους. γ. Τά ἐκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. μποροῦν νά ἰδρύουν ἑταιρεῖες γιά κοινωφελεῖς καί θρησκευτικούς σκοπούς, χωρίς ἄδεια τοῦ Κράτους. δ. Γιά τήν ἱκανοποίηση φιλανθρωπικῶν ἤ μορφωτικῶν σκοπῶν ἐπιτρέπεται ἡ δωρεά ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων, ἀκινήτων τοῦ Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ἤ Ο.Τ.Α., ἡ δωρεά ἀκινήτου γιά τήν ἀνέγερση ἤ λειτουργία Μονῆς, Ναοῦ ἤ Ἐπισκοπείου ἤ μεταξύ ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων καί ἀπαλλάσσονται τῶν τελῶν μεταγραφῆς (ἄρθρο 68 παρ. 1 ὑποπαρ. 8.α). Δίδεται μία διέξοδος γιά τήν τακτοποίηση τῆς ἰδιοκτησίας ἐν ὄψει τῆς ἀπό πολλῶν ἐτῶν ἀνέγερσης παλαιῶν Ναῶν, Ἐπισκοπείων ἤ Μονῶν ἐπί δημοτικῶν καί δημοσίων ἀκινήτων. ε. Καθιερώνεται οἰονεί καθολική διαδοχή ἐπί τῆς περιουσίας προϋπαρχόντων ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων 62 ἤ Ὀρθοδόξων Χριστιανικῶν Κοινοτήτων ἀπό τίς Ἱ. Μητροπόλεις καί Ἐνορίες, πού ἑδρεύουν στήν ἴδια ἐδαφική περιφέρεια, ἡ περιουσία τους καταγράφεται ἀτελῶς σέ μονομερῆ συμβολαιογραφική πράξη («ἔκθεση ἀπογραφῆς»), ἡ ὁποία μπορεῖ νά συντάσσεται καί γιά περιουσίες διαλελυμένων Μονῶν, Ναῶν (ἄρθρο 68 παρ. 1 ὑποπαρ. 8.β). Οἱ Μητροπόλεις δηλαδή ἀποκτοῦν ρητῶς τήν περιουσία τῶν προκατόχων τους Ἐπισκοπῶν ἤ τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιουσιῶν τῶν καταργημένων Ὀρθοδόξων Χριστιανικῶν Κοινοτήτων, ὅπως καί τήν περιουσία τῶν διαλελυμένων Μονῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει γιά τίς σημερινές Ἐνορίες σέ σχέση μέ τήν περιουσία τυχόν προϋπαρχουσῶν Ἐνοριῶν στήν ἴδια ἐδαφική περιφέρεια. στ. Τό Δημόσιο ἀναγνωρίζει ὅτι δέν διεκδικεῖ κυριότητα σέ ἀγροτικά ἀκίνητα τοῦ ν. 4061/2012, στά ὁποῖα ἔχουν ἀνεγερθεῖ χῶροι θρησκευτικῆς λατρείας καί γιά ὅσο χρόνο διαρκεῖ αὐτή, τά ἀκίνητα περιέρχονται στό οἰκεῖο ἐκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο μαζί μέ τόν ἀναγκαῖο αὔλειο χῶρο (ἄρθρο 37 παρ. 9 ν. 4235/2014 = 22 παρ. 7 ν. 4601/2012). 12. Μέ τόν Νόμο 4301/2014 (ΦΕΚ Α 223/7.10.2014): α. Ἐπιτρέπεται ἡ μετάταξη θεολόγων ἐκπαιδευτικῶν σέ Ἱ. Μητροπόλεις (ἄρθρο 24). β. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Π.Ι.Ι.Ε.Τ. ἀποκτᾶ δικαίωμα ψήφου κατά τήν ἐπιλογή τοῦ Ἀντιπροέδρου καί Γενικοῦ Γραμματέα μεταξύ 63 τῶν μελῶν τῆς Διοικούσας Ἐπιτροπῆς· τό Π.Ι.Ι.Ε.Τ. παύει νά ἐξαιρεῖται ἀπό τίς διατάξεις περί ἐκκλ. Ἱδρυμάτων καί Προσκυνημάτων τοῦ Ν. 590/1977, χωρίς νά καταργεῖται ὁ Ν. 349/1976 (ἄρθρα 26, 51 παρ. 6). γ. Οἱ πέντε κενές προσωποπαγεῖς Μητροπόλεις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Ν. 1951/1991 καταργοῦνται καί μονιμοποιεῖται ἡ Μητρόπολη Γουμενίσσης (ἄρθρο 44). δ. Ἡ Δ.Ι.Σ. ἔχει ἁρμοδιότητα καθορισμοῦ τῆς συγκροτήσεως τῶν Μητροπολιτικῶν Συμβουλίων μέ Κανονισμό της (ἄρθρο 51 παρ. 1). ε. Ἐκτός ἀπό τούς Ναούς, καί οἱ περιουσίες τῶν διαλελυμένων ἤ διαλυόμενων Μονῶν ἀναγνωρίζονται ὅτι ἀνήκουν στίς Ἱ. Μητροπόλεις (ἄρθρο 51 παρ. 2). στ. Τά διατάγματα διαχωρισμοῦ μοναστηριακῆς περιουσίας τοῦ ΟΔΕΠ σέ ἐκτέλεση τοῦ Ν. 4684/1930 καί οἱ Πίνακες καταγραφῆς περιουσίας τῆς ἀπό 26.9.1952 Συμβάσεως μεταξύ Δημοσίου καί Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν «τίτλους ἰδιοκτησίας» ἐκ τοῦ νόμου (ἄρθρο 51 παρ. 7). ζ. Μετέχει ἄνευ ψήφου ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό Πολυμελές Συμβούλιο τῆς Ριζαρείου Σχολῆς (ἄρθρο 52 παρ.2). 13. Μέ τόν νόμο 4386/2016 μονιμοποιήθηκε ἡ Ἱ. Μητρόπολη Σταγῶν καί Μετεώρων (ἄρθρο 55, ΦΕΚ Α΄ 83/11.5.2016). 64 13. Στελέχωση τῆς Ἐκκλησίας Ἀπό τά συγκεντρούμενα χρήματα στό «Γαζοφυλάκιο» τῆς Δ΄ Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως στό Ἄργος στίς 11 Ἰουλίου 1829, μέρος προοριζόταν γιά τήν ἵδρυση καί λειτουργία ἐκκλησιαστικῶν σχολείων «εἰς βελτίωσιν τοῦ Ἱερατείου». Μάταια ὅμως ὁ τότε Μητροπολίτης Μαντινείας Διονύσιος ἐπανέφερε τό θέμα τῆς ἱδρύσεως Ἐκκλησιαστικῶν σχολῶν γιά τήν προετοιμασία τῶν κληρικῶν. Τό ἔτος 1858 ἐδέησε ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία, ὡς ἀντιβασιλεύς νά ὑπογράψει τόν νόμο γιά τήν δημιουργία τῆς πρώτης ἱερατικῆς σχολῆς. Ἔκτοτε θά δημιουργοῦνται περιστασιακά ἐκκλησιαστικές σχολές σέ διάφορες Μητροπόλεις. Σοβαρή προσπάθεια γιά τό θέμα αὐτό ὑπῆρξε ἐκείνη τῶν ἀδελφῶν Ριζάρη πού ἵδρυσαν τήν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή καί τό Ἐκκλησιαστικό Φροντιστήριο πού ἵδρυσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γερμανός Καλλιγάς. Καί τά δύο κέντρα κατέρρευσαν. Τό μέν πρῶτον ἀφοῦ γνώρισε πολλές ἐπιτυχίες σήμερα ἔχει καταντήσει ἕνα κατάλοιπο ἀλλοτριωμένο. Τό δεύτερο δέν μπόρεσε νά λειτουργήσει, γιατί πολεμικές συρράξεις τό χρησιμοποίησαν γιά στέγαση στρατιωτικῶν ἀναγκῶν. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι σήμερα δυστυχῶς δέν λειτουργεῖ ὑγιῶς ἡ προετοιμασία τῶν ὑποψηφίων Κληρικῶν. Οἱ εὐθύνες βαρύνουν καί τόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκεῖνο τῆς Πολιτείας. Ἀσφαλῶς τό βάρος πίπτει περισσότερο στήν Ἐκκλησία καί λιγότερο στήν Πολιτεία. Χρειάζεται ἐπανεξέτασις τοῦ ὅλου θέματος. Ἡ ἐσωτερική λειτουργία τῶν σχολείων αὐτῶν, οἱ 65 θεματικές ἑνότητες τῶν σπουδῶν, ἡ ποιμαντική προετοιμασία εἶναι θέμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς Πολιτείας. Ἄλλως εἶναι σάν ἡ Ἐκκλησία νά ἐπιδιώκει νά ἔχει τόν πρῶτο λόγο σέ ἄλλα σχολεῖα παραγωγικῆς μορφῆς. Στό κεφάλαιο αὐτό ἔχουν ἀναφορά ὅλα τά ἐκκλησιαστικά σχολεῖα γιά τά ὁποῖα θά πρέπει νά φροντίσουμε ἐξ ἀρχῆς καί αὐτά εἶναι: Τά Ἐκκλησιαστικά Λύκεια. Τά ἑτοιμαζόμενα Μεταλυκειακά Προγράμματα. Οἱ ἀνώτατες Ἐκκλησιαστικές Σχολές. Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν λειτουργεῖ πράγματι προβληματικά. Τό βάρος εὐθύνης πέφτει στήν Ἐκκλησία, στήν Πολιτεία καί ἐν πολλοῖς στά πρόσωπα πού καλοῦνται νά διακονήσουν στόν Τομέα αὐτό. Ὑπῆρξα ἀπό τούς πρώτους πού ὑπεστήριξα ὅτι πρέπει νά γίνουν ἀλλαγές στό μάθημα αὐτό. Καί μάλιστα κατακρίθηκα ἀπό μερικούς. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο πρωτοστάτησε ἡ Πολιτεία, τά καινούργια προγράμματα τά ὁποῖα μελέτησα, μέ ἔπεισαν ὅτι δέν πρόκειται γιά Θρησκευτικά, ἀλλά γιά μιά ἐπιχείρηση ἀλλοιώσεως τῆς πίστεώς μας. Γιά τό θέμα αὐτό παραπέμπω στήν πολυσέλιδη ἐπιστολή τήν ὁποία ἀπηύθυνα στόν Πρωθυπουργό καί τούς Ἀρχηγούς τῶν Κομμάτων καί τήν ὁποία πρό ὀλίγων ἡμερῶν σᾶς κοινοποίησα. Πρότασίς μου: Ἐξ ἀρχῆς ἀντιμετώπιση κάθε ἀναγκαίας ἀλλαγῆς σέ συνεργασία πραγματική Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ὅπως προβλέπει τό Σύνταγμα καί ὁ Καταστατικός μας Χάρτης. 66 14. Ἐκκλησιαστική Περιουσία καί ἀξιοποίηση αὐτῆς Ποιά εἶναι ἐπί τέλους αὐτή ἡ μυθώδης ἀκίνητη περιουσία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ὁποία γίνεται τόσο θόρυβος καί ἐξάπτονται φαντασίες; Ὅση καί ὅποια εἶναι ἡ θρυλουμένη αὐτή περιουσία δέν μπορεῖ νά ἀξιοποιηθῆ οὔτε ἕνα τετραγωνικό μέτρο γῆς ἄν δέν συναινέσει ἡ Πολιτεία. Ἔχουν ἐπιβληθεῖ σέ αὐτή τόσα βάρη καί τόσες δεσμεύσεις πού πιστεύω, ἄν δέν βρεθῆ τρόπος Ἐκκλησία καί Πολιτεία νά συνεργαστοῦν εἰλικρινά καί μέ ἀποφασιστικότητα δέν γίνεται τίποτε. Ἄν ἐπιτευχθῆ αὐτή ἡ συνεργασία τότε τό ὄφελος τῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δυνατότητες ὠφέλειας τῆς Πολιτείας καί κυρίως ἡ ἀνακούφιση τῶν πτωχῶν καί ἀναγκεμένων ἀνθρώπων θά ἐπιτευχθοῦν. Ποιά εἶναι ἐπί τέλους αὐτή ἡ περιουσία: 1. Δέν γίνεται ἀσφαλῶς λόγος γιά ἐκείνην πού παρέλαβε μέ νόμο καί σύμβαση τό Κράτος καί ἀνέλαβε τήν μισθοδοσία τοῦ Κλήρου καί τήν λειτουργία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχολῶν. Ἀσφαλῶς οὔτε γιά τήν ἄλλη τεράστια περιουσία πού διέθεσε ἡ Ἐκκλησία στήν Πολιτεία καί τούς Δήμους γιά Σχολεῖα, Νοσοκομεῖα καί κάθε εἴδους ἱδρύματα σέ ὅλα τά μέρη τῆς πατρίδος μας. 2. Εἶναι ἡ ἐν ἐκκρεμότητι τεράστια περιουσία τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν ἐκτάσεων πού ἀκόμη δέν κατεβλήθησαν οἱ ἀποζημιώσεις. 3. Εἶναι ἡ ἐν ἐκκρεμότητι περιουσία τῆς συμβάσεως Ἐκκλησίας καί Πολιτείας τοῦ Ν.Δ. 2185/1952, ΦΕΚ. 289/8 Ὀκτ. 1952. Γιά τίς ἐκκρεμότητες αὐτές συστάθηκε Ἐπιτροπή διά τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 312/9-3-1972 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑφυπουργῶν Ἐθνικῆς 67 Οἰκονομίας ἐπί θεμάτων Γεωργίας, Οἰκονομικῶν, Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων, προκειμένου νά ἐξετάσει τίς διαφορές πού δημιουργήθηκαν μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ΟΔΕΠ) καί τοῦ Δημοσίου κατά τήν ἐφαρμογήν τῆς ἀπό 18-9-1952 Συμβάσεως. 4. Εἶναι ἡ ἐν ἐκκρεμότητι περιουσία τῶν Ν. 1700/1987, 1811/1998 καί ὅπως ἐκείνη διαμορφώθηκε μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 10/1993/405/483-484 ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία «πᾶν φυσικόν ἤ νομικόν πρόσωπον δικαιοῦται σεβασμοῦ τῆς περιουσίας του. Οὐδείς δύναται νά στερηθῆ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰ μή διά λόγους δημοσίας ὠφελείας καί ἀπό τούς προβλεπομένους ὑπό τοῦ Νόμου καί τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου». Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος δηλώνω ἀπό τή θέση αὐτή ὅτι μέ βάση τόν ὑπάρχοντα νόμον 4182/2013 (ἄρθρα 83 ἑπ.)-(ΦΕΚ 185/Α/13-9-2013) προσκαλῶ τήν Πολιτείαν ἀπό αὔριο τό πρωΐ, ἡ Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί τά Μοναστήρια Πεντέλης καί Πετράκη νά ἀρχίσουμε τήν διαδικασία ἀξιοποιήσεως τοὐλάχιστον τοῦ πρώτου ἀκινήτου τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τά ὑπόλοιπα ἀκίνητα νά ἀρχίσει ἡ ἐκκαθάριση, ἡ τακτοποίηση καί ἡ καταγραφή. Θά εἴμεθα ὅμως ἀνεδαφικοί ἄν δέν ὑπολογίσουμε Κράτος καί Ἐκκλησία τίς παρενέργειες καί ἐπιπτώσεις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καί τό βάρος τῆς κρατούσης γραφειοκρατικῆς συμπεριφορᾶς προκειμένου νά ἀντιμετωπισθοῦν τέτοιες ὑποθέσεις. Γιά νά φθάσουμε στό ἐπιθυμητό σημεῖο αὐτῆς τῆς συνεργασίας πρέπει νά ὑπολογίσουμε καί τά ἐμπόδια πού 68 παρεμβάλλονται καί ἰδιαίτερα ἐκεῖνα πού προέρχονται ἀπό τόν χῶρο τῆς γραφειοκρατικῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπό τά στοιχεῖα πού ἔχω στά χέρια μου ὑπογραμμίζω τά ἑξῆς: 1. Ὁ πρώην ΟΔΕΠ ἤγειρε τήν ἀπό 7/11/1961 διεκδικητικήν ἀγωγήν κυριότητος δι’ ἔκτασιν 60 στρ. ἐπί τῆς ὁδοῦ Μεσογείων, ὅπου κεῖται τό Ὑπουργεῖο Μεταφορῶν. Ἐπί τῆς ἀγωγῆς αὐτῆς ἐξεδόθη ἡ 7207/1978 ὁριστική ἀπόφασις δεχθεῖσα τήν ἀγωγήν μας. Ἐπί ἀσκηθείσης ἐφέσεως τοῦ Δημοσίου ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 9266/1981 Ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν τάξασα ἐμμαρτύρους ἀποδείξεις. Διεξαχθεισῶν τῶν ὡς ἄνω ἀποδείξεων κατετέθη ὑπό τοῦ ΟΔΕΠ κλῆσις διά τήν ἐπαναφοράν τῆς ὑποθέσεως πρός συζήτησιν ἡ ὁποία προσδιωρίσθη διά τήν 17-11-1987. Ἡ ἐν λόγῳ ἔκτασις ἐδηλώθη ὡς ἐκκλησιαστική εἰς τό Ἐθνικόν Κτηματολόγιον ἐν ἔτει 2008 καί ἀναμένομεν τήν ἀνάρτησιν τῶν προσωρινῶν κτηματολογικῶν στοιχείων (1961-2016=55 χρόνια). 2. Ὁ πρ. ΟΔΕΠ κατέθεσε τήν ἀπό 31-7-1969 διεκδικητικήν ἀγωγήν κυριότητος 4.858 στρ. εἰς τήν θέσιν «Ἄσπρο Λιθάρι» ἐντός τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κτήματος Λεγραινῶν Σουνίου. Ἐπί τῆς ἀγωγῆς αὐτῆς ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 1830/1981 ὁριστική ἀπόφασις τοῦ Πολυμελοῦς Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν διά τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίσθη ἡ Ἱ. Μ. Πεντέλης ὡς κυρία τῆς ἐκτάσεως τῶν 4.858 στρ. Κατά τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἠσκήθη ἔφεσις ὑπό τοῦ Δημοσίου ἡ ὁποία ἀπερρίφθη διά τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 219/1984 ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Κατά τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεως ἠσκήθη αἴτησις ἀναιρέσεως ὑπό τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία οὐδέποτε συνεζητήθη λόγῳ τοῦ Ν. 1811/1988. Ἡ ἐν λόγῳ ἔκτασις 4.858 στρ. εἰς τό Ἄσπρο Λιθάρι ἐδηλώθη ὡς ἐκκλησιαστική εἰς τό Ἐθνικόν 69 Κτηματολόγιον, ὁμοῦ μετά τοῦ ὑπολοίπου κτήματος, συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 15.000 στρ. περίπου καί ἀναμένομεν τήν ἀνάρτησιν τῶν κτηματολογικῶν στοιχείων (1969-2016=47 χρόνια). 3. Ὁ πρ. ΟΔΕΠ κατέθεσε τήν 7-12-1963 διεκδικητικήν ἀγωγήν κυριότητος διά δύο ἐκτάσεις συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 66.400 τ. μ. εἰς τήν θέσιν «Κόκκινα Χώματα» Ἀμπελοκήπων, αἱ ὁποῖαι κατέχονται παρανόμως ὑπό τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐπί τῆς ἀγωγῆς αὐτῆς ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 10293/1965 προδικαστική ἀπόφασις τοῦ Πολυμελοῦς Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν πού διέταξε ἀποδείξεις. Εἰς τό ἀρχεῖον τῆς ὑπηρεσίας δέν εὑρέθη ἄλλη ἀπόφασις ἐπί τῆς ἀνωτέρω ἀγωγῆς. Ὡστόσο, ἀπό τήν ὑπ’ ἀριθμ. 7206/1978 ὁριστικήν ἀπόφαση τοῦ Πολυμελοῦς Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἀναφορικῶς μέ ἑτέραν ἔκτασιν 425 μ. ἐγγύς τῆς Σχολῆς Χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἐξεδόθη ἐπί ἀγωγῆς τοῦ ΟΔΕΠ κατά τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, προκύπτει ὅτι μέχρι τό ἔτος 1978 δέν εἶχε ἐκδοθεῖ ὁριστική ἀπόφασις ἐπί τῆς ἀνωτέρω ἀγωγῆς ἀναφορικῶς πρός τάς ὡς ἄνω ἐκτάσεις συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 66.400 μ. Μόλις ὁλοκληρωθῆ ἡ ἔρευνα ὑπό τοῦ Γραφείου Νομικῶν Ὑποθέσεων καί τοῦ Τμήματος Κτηματολογίου τῆς ΕΚΥΟ θά δηλωθῆ ἡ ἐν λόγῳ ἔκτασις εἰς τό Ἐθνικόν Κτηματολόγιον. Δηλαδή μία ὑπόθεσις πού ἀρχίζει στίς 7-12-1963 καί πού μέχρι σήμερα κλείνει 53 χρόνια ὑπογραμμίζουμε: μόλις ὁλοκληρωθῆ ἡ ἔρευνα τοῦ Γραφείου Νομικῶν Ὑποθέσεων καί τοῦ Τμήματος Κτηματολογίου τῆς ΕΚΥΟ θά δηλωθῆ ἡ ἐν λόγῳ ἔκτασις εἰς τό Ἐθνικόν Κτηματολόγιον (!!!). Δέν θά σᾶς καταπονήσω μέ πάμπολλες ἄλλες ὅμοιες περιπτώσεις. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά σταθῶ σέ δύο τρεῖς κραυγάζουσες. α) Παραπήγματα-Βάρη. 70 Παραπήγματα εἶναι ἡ ἔκτασις 207 στρεμ. ἀπό τήν Ἱερά Μονή Πετράκη μέχρι τήν πλατεῖα Μαβίλη. Μέ τό Π.Δ. 14/22-9-1931 (ΦΕΚ 328/Α΄/22-9-1931) διαχωρισμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας περιέρχεται ὡς πρός τήν διαχείριση στόν ΟΔΕΠ. Λόγῳ πολεμικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας τό Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν ἐνοικίασε τήν ἔκταση αὐτή καί σύμφωνα μέ τά ὑπάρχοντα γραπτά στοιχεῖα στά ἀρχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πετράκη εἰσέπραττε ἐνοίκιον μέχρι τῆς 11/7/1903. Στήν ἔκταση αὐτή ἀνήγειρε τό κράτος νοσοκομειακές ἐγκαταστάσεις γιά τίς ἀνάγκες τοῦ πολέμου τοῦ 1897, παραπήγματα τῶν Στρατώνων τοῦ Πεζικοῦ καί ἄλλα στρατιωτικά κτίρια. Ἡ μή κοινοβουλευτική Κυβέρνηση τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Κονδύλη μέ πολιτειακή πράξη καί συγκεκριμένα δυνάμει τῆς ΙΔ΄ Συντακτικῆς Πράξης τῆς 21-11-1935 (ΦΕΚ 590/Α΄/21-11-1935) ἀπαλλοτρίωσε ἀναγκαστικά τόν χῶρο τῶν Παραπηγμάτων ὑπέρ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Τ.ΕΘ.Α.) καί καθορίστηκε ἀποζημίωση 5.000.000 (πέντε ἑκατομμυρίων) δραχμῶν, τά ὁποῖα θά καταβάλλονταν ἀπό τό Ταμεῖο Ἐθνικῆς Ἀμύνης στόν Ὀργανισμό Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας (ΟΔΕΠ) ἀτόκως σέ δύο ἴσες ἄτοκες δόσεις. Τό ποσόν οὐδέποτε κατεβλήθη. Μέ τήν ἀνωτέρω Συντακτική Πράξη ὁρίστηκε, κατά παράβαση τοῦ ἰσχύοντος τότε Συντάγματος τοῦ 1911, ὅτι ἡ νομή καί ἡ κυριότητα τοῦ ἀπαλλοτριωθέντος κτήματος τῶν Παραπηγμάτων θά περιερχόταν στό ΤΕΘΑ, ἀπό τῆς δημοσιεύσεως τῆς Συντακτικῆς Πράξης, ἤτοι ἀπό τῆς 21-11-1935, καί πρό τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημίωσης. [Περί ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου τοῦ ΟΔΕΠ εἰς θέσιν Παραπήγματα ὑπέρ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ΦΕΚ 590/Α΄/21-11-1935]. 71 Ἐπειδή ὅμως δέν κατεβλήθη ἡ ὁρισθεῖσα ἀποζημίωση, τό ἰδιοκτησιακό καθεστώς τῆς ἐκτάσεως τῶν Παραπηγμάτων ρυθμίστηκε ἐκ νέου, τήν περίοδο τῆς μεταξικῆς δικτατορίας, μέ τήν ἀπό 12 Μαρτίου τοῦ 1939 σύμβαση, πού συνήφθη μεταξύ τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τοῦ Ὑπουργοῦ Συγκοινωνίας, ἐνεργοῦντος γιά λογαριασμό τοῦ Εἰδικοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν (Ε.Τ.Μ.Ο.Α), τοῦ Ὑφυπουργοῦ Στρατιωτικῶν, ἐνεργοῦντος γιά λογαριασμό τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ΟΔΕΠ, ἐνεργοῦντος γιά λογαριασμό τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ καί τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καί Δανείων. Μέ τήν ἐν λόγῳ σύμβαση, ἡ ὁποία κυρώθηκε μέ τόν Ἀναγκαστικό Νόμο 1706/1939 (ΦΕΚ 158/Α΄/1939) συμφωνήθηκαν τά ἑξῆς: .................... β. Ὁ ΟΔΕΠ νά παραιτηθεῖ οἱασδήποτε ἀξιώσεως κυριότητος ἀποζημιώσεως ὑπό τοῦ Δημοσίου γιά τήν μέχρι τήν ὑπογραφή τῆς Συμβάσεως χρήση τῆς ἀνωτέρω ἐκτάσεως ὑπό τόν ὅρο ὁ ΕΤΜΟΑ νά καταβάλλει στόν ὀργανισμό τό ποσό τῶν 63.000.000 δραχμῶν. .................... Ἡ ἀνωτέρω σύμβαση παρέμεινε ἀνεκτέλεστη. Δέν πραγματοποιήθηκε κανένας ὅρος της. Τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐκτάσεως παρέμεινε κάτω ἀπό τήν διαχείριση τοῦ ΤΕΘΑ. Ὁ δέ πόλεμος πού πλησίαζε καί σέ λίγο ἔφτασε ἀπέτρεψε κάθε σκέψη κατεδαφίσεως στρατιωτικῶν ἐγκαταστάσεων καί κυρίως τοῦ νοσοκομειακοῦ συγκροτήματος. Μετά τήν χρονιά τῆς ἀπελευθερώσεως (1944) τό Δημόσιον μή σεβόμενον τήν σύμβαση τοῦ 1939 ἄρχισε τήν διάθεση τῶν ἐκτάσεων αὐτῶν κατά τήν κρίση του. 72 Κατόπιν διαμαρτυριῶν τῆς ἰδιοκτήτριας Ἱερᾶς Μονῆς Πετράκη, ὁ ΟΔΕΠ κατέθεσε τήν ἀπό 23-1-1959 ἀγωγή ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καί δικάσιμος ὡρίσθη ἡ 6 Μαρτίου 1959. Δυστυχῶς μέ τήν μέθοδον τῶν συνεχῶν ἀναβολῶν ἡ τελευταία συζήτηση ὁρίσθηκε γιά τίς 20-2-1967, παραμονές τοῦ πραξικοπήματος τοῦ 1967, κατά τήν ὁποία δόθηκε καί ἄλλη ἀναβολή. Ἀκολούθησε ἡ δικτατορία τοῦ 1967 καί ἡ καινούργια Ἐκκλησιαστική Διοίκηση ἀκολούθησε ἄλλην τακτική. Ἀπεφάσισε δηλαδή νά ἀγοράσει τήν δική της ἰδιοκτησία μέ δύο συμβολαιογραφικές πράξεις. α. Μέ τήν πρώτη, ἀρθ. 2358/26 Ἰουλίου 1971 τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Νικ. Ἀνασ. Παπαντωνίου, τμῆμα τοῦ ἐναπομείναντος οἰκοπέδου ἐκτάσεως 4954,72 τ.μ. ἀνταλλάχθηκε μέ ἔκταση τῆς Μονῆς Πετράκη 2689,706 τ.μ. ἀπό τό μεγαλύτερο κομμάτι τῆς Βάρης γιά τήν δημιουργία τῆς Σχολῆς Εὐελπίδων. Ὁ τότε ὑπουργός Γεωργίας δέν συγκατετέθη εἰς τόν ἀποχαρακτηρισμόν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως διότι ὑπεστήριζε ὅτι ἔπρεπε ἡ ὅλη ἐκεῖ ἔκτασις τῆς Ἐκκλησίας νά ἀποχαρακτηρισθεῖ καί ὄχι μόνον ἡ παραχωρουμένη εἰς τό Δημόσιον. Ἐν τούτοις τό Συμβόλαιο ὑπεγράφη. β. Μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 17619/20 Ἰουλίου 1973 συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Πραξιτέλους Δημ. Φραντζεσκάκη ὁ ΟΔΕΠ ἀγόρασε καί τό ὑπόλοιπον ἐκκλησιαστικόν κτῆμα τῆς ὁδοῦ Δεινοκράτους ἐκτάσεως ἕξι χιλιάδων πεντακοσίων δέκα καί εἴκοσι ὀκτώ (6.510,28) μ2 ἀντί τοῦ ποσοῦ τῶν ἑκατόν ὀγδόντα δύο ἑκατομμυρίων, διακοσίων ὀγδοήκοντα ἑπτά χιλιάδων καί ὀκτακοσίων σαράντα (182.287,840) δραχμῶν. 73 Τό λυπηρόν στήν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι ὁ ΟΔΕΠ ὑπογράφει εἰς τό συμβόλαιον καί τά ἑξῆς: «Συμφωνεῖται εἰδικώτερον ὅτι ὁ Ὀργανισμός Διοικήσεως καί Διαχειρίσεως Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας (ΟΔΔΕΠ) παραιτεῖται ρητῶς τοῦ δικογράφου καί τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπό 12-1-1959 ἀγωγῆς τοῦ κατά 1) τοῦ Εἰδικοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων Ἀθηνῶν ἀνακοινωθήσης δέ εἰς α) τό Ἑλληνικόν Δημόσιον, β) τό Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης καί γ) Τό Ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καί Δανείων, ἥτις ἀγωγή ἐγερθεῖσα ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἔλαβεν ἀριθμόν πράξεως καταθέσεως 965/23 Ἰανουαρίου 1959. Συναινεῖ δέ ρητῶς ὁ ἀφ’ ἑτέρου συμβαλλόμενος ΟΔΕΠ ὅπως διαγραφῆ ἡ εἰρημένη ἀγωγή ἐκ τῶν Βιβλίων Διεκδικήσεων τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, παραγγέλων τόν ἁρμόδιον Ὑποθηκοφύλακα ὅπως διαγράψη ταύτην». Οἱ δύο αὐτές συμβολαιογραφικές πράξεις εἶναι ἄκυρες, διά πολλούς λόγους κυρίως ὅμως διότι ἡ Συντακτική Πράξη τῆς 21ης- 11-1935 ἦταν ἄκυρη ὡς ἀντισυνταγματική καί τά Δικαστήρια ὄφειλαν νά προβοῦν σέ αὐτεπάγγελτο ἔλεγχο τῆς συνταγματικότητάς της, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ ΟΔΕΠ δέν πρόβαλε ἰσχυρισμό περί ἀντισυνταγματικότητας αὐτῆς καί κυρίως διότι ὁ συμβαλλόμενος ἀπό πλευρᾶς Ἐκκλησίας δέν ἤταν ἡ ἰδιοκτήτρια τῆς ἐκτάσεως, ἀλλά ὁ ΟΔΕΠ δηλ. ὁ διαχειριστής αὐτῆς, ἐνεργῶν ἐν προκειμένῳ ἐρήμην τῆς ἰδιοκτήτριας Μονῆς. β) Νέα Νοσηλευτική Μονάδα. Ἡ Ἱερά Μονή Πετράκη μέ τό ὑπ’ ἀρθ. 11615/2-3-1916 δωρητήριο συμβόλαιο ἐδώρισε κατά πλήρη κυριότητα νομή καί κατοχή στό Θεραπευτήριο «ΣΩΤΗΡΙΑ» ἔκταση 215,512 στρ. ὑπό τούς ἑξῆς ὅρους: 74 1) νά ὑφίσταται τό θεραπευτήριο «ΣΩΤΗΡΙΑ» αὐτοτελῶς, μή διαλυόμενο ἤ συγχωνευόμενο μέ ἄλλο Ἵδρυμα ἤ Νομικό Πρόσωπο καί νά ἐκπληροῖ τόν προορισμό του χρησιμοποιώντας τήν δωρούμενη ἔκταση πρός νοσηλεία φυματιώντων ἀποκλειομένης πάσης ἄλλης χρήσεως. 2) Νά βρίσκονται στή διάθεση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πέντε (5) κλίνες πρός δωρεάν νοσηλεία ἀσθενούντων ἀπό φυματίωση, οἱ ὁποῖοι θά ὑποδεικνύονται κάθε φορά ἀπό τό Ἡγουμενοσυμβούλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. 3) Τό Θεραπευτήριο ΣΩΤΗΡΙΑ θά στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἤ ὑποθηκεύσεως τῆς δωρουμένης ἐκτάσεως. 4) Σέ περίπτωση μή ἐκπληρώσεως τῶν ἀνωτέρω ὅρων ἀπό τό Νοσοκομεῖο ἡ ἐν λόγῳ δωρεά θά ἀνεκαλεῖτο αὐτοδικαίως. Μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 31184/1-4-1978 συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Χρήστου Παπαχρήστου πάλιν ἡ Ἱερά Μονή Πετράκη δωρίζει πρός τό Δημόσιο 319 στρ. συνεχομένης ἐκτάσεως γιά τήν ἀνέγερση Νέας Νοσοκομειακῆς Μονάδας τῆς Ἀνατολικῆς Ἀττικῆς. Μεταξύ τῶν ὅρων πού ἐτέθησαν ἦταν καί ὁ ἑξῆς: «ἡ σύμβαση νά τελεῖ ὑπό τήν διαλυτική αἵρεση, ὅτι σέ περίπτωση μή πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Νέας Νοσηλευτικῆς Μονάδας ἐντός δεκαετίας ἀπό τῆς συγγραφῆς τοῦ συμβολαίου, θά ἐλύετο αὐτοδικαίως μέ μονομερῆ δήλωση τοῦ δωρητοῦ, συντασσομένης ἐνώπιον Συμβολαιογράφου σχετικῆς πράξεως μεταγραφησομένης νομίμως. 5) Ἡ ἀποδοχή καί ἡ ἔγκριση ὑπό τοῦ δωρεοδόχου Δημοσίου νά γίνει μέ ἄλλη πράξη ἀποδοχῆς, ἡ ὁποία θά μετεγράφετο νομίμως ἄνευ οἱασδήποτε ἐπιφυλάξεως καί ἡ ὁποία ἀποδοχή θά ἔπρεπε νά γίνει ἐντός προθεσμίας τριῶν (3) μηνῶν ἀπό τήν ἡμερομηνία ὑπογραφῆς τοῦ συμβολαίου δωρεᾶς». 75 Ἡ δωρεά αὐτή ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τό Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 6498/1655/3 Αὐγ. 1978 ἀπόφαση καί μέ τήν ἔνδειξη «περί ἀποδοχῆς προτάσεως δωρεάν παραχωρήσεως ἀκινήτου ὑπό τῶν ΟΔΕΠ καί Ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη πρός τό Ἑλληνικόν Δημόσιον ὑπό ὅρον». Δυστυχῶς ὅμως μέ τήν ἀπό 20-7-1993 Σύμβαση μεταξύ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, πού κυρώθηκε διά τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137/24-8-1993 τ. Α) τό Δημόσιο ἀναγνώρισε ὅτι δέν ἐξεπλήρωσε τήν ὑποχρέωσή του γιά ἀνέγερση ἐντός δεκαετίας τῆς Νέας Νοσηλευτικῆς Μονάδας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, δηλαδή μέχρι τήν 18-5-1989. Δοθέντος ὅτι ἡ Νέα Νοσηλευτική Μονάδα δέν ἀνεγέρθηκε ὑπό τοῦ Πανεπιστημίου μέχρι τήν 18-5-1989 πληρώθηκε ἡ διαλυτική αἵρεση τόσο τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 256790/1979 συμβολαίου ἀνταλλαγῆς τοῦ Συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Ἰωάννου Καβαλέκα, ὅσο καί τῆς διά τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 31184/12-7-1978 πράξης τοῦ ἰδίου Συμβολαιογράφου καί ἔγινε δεκτή ἀπό τό Ἑλληνικό Δημόσιο, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθμ. Π 6498/1655/3-8-1978 τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν. Κατά συνέπεια, ἀπό τῆς παρελεύσεως ἀπράκτου δεκαετίας ἀπό τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 256790/1979 συμβολαίου ἀνταλλαγῆς ἡ Ἱερά Μονή Πετράκη ἐπανέκτησε αὐτοδικαίως τήν κυριότητα τῆς ἐκτάσεως τῶν 319 στρεμμάτων. Οἱ συμβάσεις πού ὑπεγράφησαν ἐν συνεχείᾳ μεταξύ τοῦ Δημοσίου καί τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἀπολύτως ἄκυρες, διότι τόσο ὁ ΟΔΕΠ, ὅσο καί ἡ Ἱερά Μονή Πετράκη δέν συμβλήθηκαν σ’ αὐτές, τό δέ Δημόσιον δέν εἶχε ἐξουσία διάθεσης τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος ἐπί τμημάτων τῆς ἐκτάσεως τῶν 319 στρεμμάτων, χωρίς τήν συναίνεση τῆς Ἱ. Μονῆς Πετράκη καί τῆς Ἐκκλησίας 76 τῆς Ἑλλάδος καί ἀκόμη λόγῳ τῆς ὁριστικῆς πλέον ἀποφάσεως τοῦ Δημοσίου νά μήν προχωρήσει στήν κατασκευή νέας νοσηλευτικῆς μονάδας στήν ἔκταση τῶν 319 στρεμμάτων, ὅπως αὐτή προκύπτει ἀπό τήν 15-12-2000 σύμβαση μεταξύ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία κυρώθηκε μέ τό ἄρθρο 10 τοῦ Ν. 2892/2001, πληρώθηκε ἡ διαλυτική αἵρεση τοῦ ἀνωτέρω δωρητηρίου συμβολαίου καί συνεπῶς ἡ κυριότητα τῆς ὡς ἄνω ἐκτάσεως ἐπανῆλθε αὐτοδικαίως στήν Ἱερά Μονή Ἀσωμάτων (Πετράκη) ἀπό τῆς 15-12-2000. Ἡ Ἐκκλησία κατέθεσε ἀγωγή κατά τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί ἐπ’ αὐτῆς ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 573/2015 ἀπόφασις τοῦ Πολυμελοῦς Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Κατά τήν ἀπόφασιν «ἡ κρινομένη ἀγωγή ἀπαραδέκτως εἰσάγεται πρός συζήτηση ἐνώπιον τοῦ παρόντος Δικαστηρίου δεδομένου ὅτι δέν προσκομίσθηκε ἀπό τό ἐνάγον Ν.Π.Δ.Δ. πιστοποιητικό τοῦ ἁρμόδιου Προϊσταμένου Δημόσιας Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας μέ τό ὁποῖο θά πιστοποιεῖται ὅτι τό ἀκίνητο ἔχει δηλωθεῖ στή δήλωση ΕΝΦΙΑ, ὅπως ἀπαιτεῖται ἀπό τή διάταξη τοῦ ἄρθρου 51Α παρ. 5 τοῦ Ν. 4134/2013 σχετικά μέ τίς ἐμπράγματες ἀγωγές . . . ». Δυστυχῶς ὁ χρόνος καί ὁ κόπος σας δέν ἐπιτρέπουν νά ἐπεκταθῶ σέ ἄλλα θέματα ὅπως: ἡ λειτουργία τῶν Ναῶν- Μνημείων, οἱ ἀναγκαῖες μεταρρυθμίσεις στό Νόμο περί Ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἀπονομή χάριτος στούς Κληρικούς κ. ἄ. Πιστεύω ὅτι θά δοθεῖ εὐκαιρία πρός ἀντιμετώπιση καί αὐτῶν. 77 15. Τά οἰκονομικά μας Ἡ οἰκονομική ἀσφυξία πού ἔχει πλήξει τήν χώρα μας ἦταν φυσικό νά πλήξει καί τόν οἰκονομικό ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας μας τόν ΟΔΕΠ. Τά οἰκονομικά τοῦ ἔτους 2015 ἔχουν ὡς ἑξῆς: Ἔσοδα: 8.007.667,42 Εὐρώ. Ἔξοδα: 10.010.807,30 Εὐρώ. Χρέος: 2.003.139,88 Εὐρώ. Φόροι: 3.050.590,98 Εὐρώ. Εὐχή ὅλων μας εἶναι ἡ κατάστασις νά μήν ὁδηγήσει εἰς ἀπόλυση ὑπαλλήλων ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς ὀργανισμούς. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη συγκρότησης μόνιμης Ἐπιτροπῆς γιά ἐνασχόληση μέ τό θέμα αὐτό. Φιλανθρωπικό-Κοινωνικό Ἔργο Ἡ φιλανθρωπία καί ἡ κοινωνική πρόνοια τῆς Ἐκκλησίας παρουσιάζει τήν ἑξῆς εἰκόνα σέ ὅλη τήν χώρα: Σύνολο Μονάδων: 3.738 μονάδες. Σύνολο Ἐπωφελουμένων Ἀτόμων: 1.267.147 ἄτομα. Τό 2015 δαπανήθηκε γιά τό ἐπιτελούμενο ἔργο συνολικό ποσό 126.041.801,73 Εὐρώ, ἐνῶ τή δεκαετία 2005-2015, τήν περίοδο δηλαδή τῆς κρίσεως, τό συνολικό ποσό ἀνῆλθε στό 1.130.422.739,83 Εὐρώ. Ἡ βαρειά φορολογία ὁδηγεῖ μέ μαθηματική ἀκρίβεια στό κλείσιμο πολλῶν ἀπό αὐτά τά ἱδρύματα. Ἀπαιτεῖται συγκρότηση μόνιμης Ἐπιτροπῆς γιά συζήτηση μέ τήν Πολιτεία γιά τό ἔργο αὐτῆς τῆς διακονίας. 78 16. Τί συμβαίνει στή Γερμανία Πολλές φορές στόν δημόσιο διάλογο ἀκούγεται τό ἐπιχείρημα ὅτι οἱ προωθούμενες ἀλλαγές στήν προοπτική τῆς ἐκκοσμικεύσεως τοῦ Κράτους ἀπορρέει ἀπό τό Εὐρωπαϊκό δίκαιο καί ὅτι τρόπον τινά ἀποτελεῖ τρόπο ἐναρμονίσεως τῆς ἐγχώριας νομοθεσίας μέ τήν Εὐρωπαϊκή. Ἄν μελετήσει κανείς ὅμως σχετικά ἰσχύοντα νομοθετικά κείμενα ἄλλων χωρῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης θά καταλήξει σέ ἄλλα συμπεράσματα. Ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, βασικός καί ἰσχυρός πυλώνας τῆς Ἕνωσης, καταβάλλει ἐτησίως διόλου εὐκαταφρόνητα ποσά ὡς ἀποζημίωση γιά τήν ἁρπαγή τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Σύμφωνα μέ τά δικά τους δεδομένα γιά τόν λόγο αὐτό οἱ κρατικές παροχές γιά τό ἔτος 2013 ἦταν περίπου 470 ἑκ. Εὐρώ. Τά ἔσοδα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική φορολογία ὑπολογίζονται περίπου στό εἰκοσαπλάσιο. Ἡ ἐκπαίδευση ἀποτελεῖ, βάσει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος εὐθύνη τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ὅμως δέν παραγνωρίζει οὔτε τό ρόλο τῶν κηδεμόνων-γονέων τῶν παιδιῶν οὔτε τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων. Ἡ παράγραφος 3 εἶναι χαρακτηριστική: «3. Ἡ διδασκαλία τῶν Θρησκευτικῶν στά δημόσια σχολεῖα μέ ἐξαίρεση τά ἐλεύθερα ὁμολογίας σχολεῖα (εἰδική κατηγορία σχολείων) εἶναι κανονική διδακτική κατεύθυνση. Χωρίς νά παραβλάπτεται τό δικαίωμα εὐθύνης τοῦ Κράτους ἡ διδασκαλία τῶν Θρησκευτικῶν γίνεται σέ ἀπόλυτη συμφωνία μέ τίς ἀρχές τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων. Κανένας ἐκπαιδευτικός δέν 79 ἐπιτρέπεται νά ὑποχρεώνεται νά διδάξει Θρησκευτικά ἐνάντια στή θέλησή του». Τό μάθημα, λοιπόν, τῶν Θρησκευτικῶν γίνεται σέ σχέση κάι συμφωνία μέ τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς ἑκάστοτε θρησκευτικῆς ὀντότητας διατηρουμένου τοῦ δικαιώματος τῆς κρατικῆς ἐπίβλεψης. Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι στά δημόσια σχολεῖα κανονικό, τακτικό μάθημα, καί ἔτσι ἐξασφαλίζεται ὡς θεσμός, πού ἔχει τήν ἀρχή του στό ἴδιο τό δημόσιο-κρατικό δίκαιο. Ἐπιβάλλεται λοιπόν ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς χώρας νά ὑπάρχει τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί δέν ἐπαφίεται στή διακριτική εὐχέρεια τοῦ ἑκάστοτε νομοθέτη νά τό ἐπιτρέψῃ ἤ ὄχι. Μέ αὐτον τόν τρόπο τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι συστατικό μέρος τοῦ σχολείου γενικότερα, ἀκριβῶς ὅπως ὅλα τά ὑπόλοιπα ὑποχρεωτικά μαθήματα, μέ τά ὁποῖα ἀπολαμβάνει τήν ἴδια περιοπή. Τό ἑκάστοτε κρατικό συμβόλαιο, ἀναλαμβάνοντας τήν εὐθύνη τοῦ μορφωτικοῦ καθιδρύματος-ὀντότητος, στήν εὐθύνη παροχῆς τοῦ μορφωτικοῦ ἀγαθοῦ, συμπεριλαμβάνει καί τήν εὐθύνη γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 7 πού ἀναφέρθηκε γίνεται ξεκάθαρο ὅτι, στούς μαθητές, στούς κηδεμόνες, στίς θρησκευτικές ὀντότητες, ἀναγνωρίζεται τό δικαίωμα γιά ἀπαίτηση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Αὐτό ἔχει καί τό νόημα ὅτι, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ὀφείλει νά γίνεται σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τῆς ἑκάστοτε θρησκευτικῆς ὀντότητος. Ἀξίζει ἐπίσης νά ἐπισημάνουμε τά ἑξῆς, τά ὁποῖα εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα γιά τήν νομική μεταχείριση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. 80 α) Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι ὑποχρεωτικό μέ ἐξασφαλισμένη ἀπό τό Σύνταγμα δυνατότητα προσωπικῆς ἄρσης τῆς ὑποχρεωτικότητας μέ δήλωση τῶν κηδεμόνων τῶν μαθητῶν. Τό δικαίωμα ὅμως αὐτό τῆς μερικῆς ἀπαλλαγῆς δέν βασίζεται σέ καμία περίπτωση στόν ἄν ἐπιθυμεῖ κάποιος ἤ ὄχι νά μετέχει στό μάθημα, ἀλλά στήν θεμελιώδη ἀναγνώριση τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καί τῆς πίστεως. Ἄρα ἀναιτιολόγητη δυνατότητα ἀπαλλαγῆς δέν ὑφίσταται στό γερμανικό δίκαιο. β) Ὑπάρχει μόνο ἡ δυνατότητα τῆς ὁμολογιακά ἤ θρησκειακά συνδεδεμένης διδασκαλίας τῶν Θρησκευτικῶν. Αὐτό δίνει τή δυνατότητα στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν νά γίνονται δεκτά καί παιδιά ἄλλων ὁμολογιῶν πού ἀποτελοῦν μειονότητα, ἐάν ὑπάρχει ἡ συγκατάθεση τῶν γονέων ἤ κηδεμόνων. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δίδεται καί ἡ δυνατότητα γνώσης τῶν ἄλλων θρησκειῶν παρά τόν σαφῆ ὁμολογιακό χαρακτῆρα τοῦ μαθήματος. γ) Οἱ θεολόγοι δάσκαλοι καί καθηγητές τοῦ μαθήματος προκειμένου νά διδάξουν τό μάθημα χρειάζονται τή σχετική ἄδεια ἀπό τόν οἰκεῖο ἐπίσκοπο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἤ τῆς ἑκάστοτε Προτεσταντικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ὀρθόδοξοι δάσκαλοι Θρησκευτικῶν σέ γερμανικά σχολεῖα ὀφείλουν νά ἔχουν τή σχετική ἄδεια ἀπό τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτη Γερμανίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἀσχέτως ἐθνικότητας καί προέλευσης. δ) Ὅταν δέν συμπληρώνεται ὁ ἐλάχιστος ἀπαιτούμενος ἀριθμός μαθητῶν (π.χ. στή Βάδη-Βυρτεμβέργη 8) γιά τόν διορισμό ἀπό τό Κράτος καθηγητοῦ Θρησκευτικῶν, τότε ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νά γίνει μάθημα μέ εὐθύνη τῆς θρησκευτικῆς 81 κοινότητας χωρίς νά ὑπάρχει ἀμοιβή ἀπό τό Κράτος γιά τό δάσκαλο τῶν Θρησκευτικῶν. Κατά συνέπεια ὁ ὁμολογιακός χαρακτήρας τοῦ μαθήματος δέν θίγει τά δικαιώματα τῶν μειονοτήτων. 82 17. Προτάσεις μου: 1. Δέν θά ἤθελα νά συνεχισθῇ αὐτός ὁ τρόπος λειτουργίας Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἐκείνης δηλαδή ἀπό τό ἔτος 1834 μέχρι σήμερα. Τῆς καταπιέσεως, τῆς ἀναγκαστικῆς σιωπῆς, τῆς «Βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας» ἤ τῆς «ὑπό πατρωνίαν» διαβιώσεως. 2. Ὁ χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας δέν εἶναι χαρακτηριστικό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς διακονίας. Ἡ Ἐκκλησία «δέν χωρίζεται ἀπό τά παιδιά της». Ὅποιος θέλει ἀποχωρεῖ. Ὅποιος θέλει ἐπιστρέφει. 3. Νά καθιερωθῇ ὁ τρόπος «τῶν Διακριτῶν Ρόλων» πού ἐν μέρει λειτουργεῖ σήμερα, ἀλλά τῶν «Καθαρῶν Διακριτῶν Ρόλων» μέ τάση συνεργασίας, ὅταν τό χρειάζεται ὁ λαός μας. 4. Τρόπος Στελέχωσης τῆς Ἐκκλησίας. 5. Ἀξιοποίησις τῆς ἐναπομεινάσης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας σέ συνεργασία μέ τήν Πολιτεία. 6. Ἀντιμετώπισις τῶν παρενεργειῶν τῶν ἀποφάσεων τῆς Κοσμικῆς Δικαιοσύνης. 7. Ὑλοποίηση τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως στή Βουλή τήν Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016 σύμφωνα μέ τήν ὁποία θά συνεχισθῆ ἡ συνεργασία μέσα ἀπό ἀμοιβαῖο διάλογο ἀπό μηδενική βάση Ἐκκλησίας – Πολιτείας γιά τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Προτείνω: α) τά ἀρχιερατικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά εἶναι: 1. ....... 2. ....... 3. ....... 4. ....... 83 β) ἀπό λαϊκά μέλη νά μή συμμετάσχη κανείς ἀπό τίς μέχρι τώρα δύο συνδικαλιστικές ἑνώσεις ΠΕΘ καί ΚΑΙΡΟΣ. 8. Ἡ Ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καθωρισμένη. Αὐτήν θά ἀκολουθήσουμε σταθερά κάτω ἀπό ὁποιεσδήποτε κοσμικές συνθῆκες. Πυλῶνες μας θά συνεχίσουν νά εἶναι: α) «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου», β) «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» καί γ) «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι ἀλλά διακονῆσαι». Εὐχαριστῶ. 84 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1 Πρός Φιλιππησίους 3, 13. 2 Κατά Ματθαῖον 22, 37-40. 3 Κατά Λουκᾶν 10, 30-37. 4 Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπιστολή 101, PG 37, 181C. 5 Κατά Ματθαῖον 25, 35-37. 6 Κατά Ματθαῖον 25, 40. 7 Κατά Λουκᾶν 15, 13. 8 Κατά Λουκᾶν 15, 18. 9 Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2014, σελ. 197. 10 Κατά Ἰωάννην 18, 36. 11 Κατά Ματθαῖον 20, 28. 12 Πρωτ. Γεώργιου Μεταλληνοῦ «Τό ράσο στήν Ἐπανάσταση τοῦ ̉21», Περιοδικό Ρεσάλτο, τεῦχος 6, 2006, σελ. 46. 13 12. T. Wyse πρός λόρδο Πάλμερστον, 28 Ἰουλίου 1850, Fr. . . . 225. 14 Sabatier πρός στρατηγό Witte, Ἀθήνα, 18 Σεπτεμβρίου 1850, Grèce LIV 156, MAE, Fr. . . . 225. 15 Fr. . . . 225-226. 16 22. Αἰών, Ἀθῆναι 29 Σεπτεμβρίου 1851 σ.1196 σελ. 17 P.von Perglas πρός βασιλιά Λουδοβίκο, Ἀθήνα (8 Νοεμβρίου 1851 fr.......231. 18 36. T. Wyse πρός κόμη τοῦ Malmesbury, Ἀθήνα, 7 Ἰουνίου 1852. FO 32 Greece 190, 66, fr....238. 19 Θεοδώση Τσιρώνη, Ἐκκλησία πολιτευομένη 2010 σελ. 42. 20 (20 Φεβρουαρίου 1914) 76 Αὐτόθι σελ. 21 Κων/νου Δυοβουνιώτη, Ἡ κατά τό 1834 Διάλυσις τῶν Μοναστηριῶν ἐν Ἑλλάδι, Ἱερά Σύνοδος ΧΙΙ (1908) σελ. 4. 22 Μάμουκα Ἀνδρέου. Τά Μοναστηριακά σελ. 77. Κων/πολη 235. 23 70 Συλλογή Ἐγκυκλίων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1833-1901) σελ. 642. 24 (44 Ὄθων πρός Λουδοβίκο, Μόναχο, 13 Μαΐου 1832, ἀπό τόν H.Rall σελ. 193) fr.....143. 25 Ἀθηνῶν Μελετίου Μεταξάκη, Ὑπόμνημα πρός Ἱεράν Σύνοδον 1920 26 Κατά Ματθαῖον 21, 33. 27 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου «Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος ἀπεσπάσθη» PG 52. 28 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὅ.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου